Πέμπτη, 3 Δεκεμβρίου 2009

λύτρωση

Προχτές εκεί που διάβαζα Τσίρκα, είχα μια φλασιά φοβερή, που με λύτρωσε μονομιάς από τα δεσμά που με κρατούσαν καθηλωμένη. Ή μάλλον, για ν' ακριβολογούμε, κοίταξα γύρω μου και είδα πως δεσμά ποτέ δεν υπήρξαν.
Τώρα απλώς τολμώ να είμαι ελεύθερη.
Η καριέρα μου σαν απονενοημένη νοικοκυρά μπορεί να πει κανείς πως τελείωσε. Επειδή όμως την αγάπησα τη νοικοκυρά μου, θα κρατήσω το προφίλ της, με νέα φωτογραφία. Την παλιά την ποστάρω εδώ σαν αναμνηστικό.
Μπορεί ν' αλλάξω και το όνομα στο προφίλ, μπορεί και κάποια άλλα πράγματα, δεν ξέρω ακόμη. Πάντως θα το κρατήσω, αν και δεν προβλέπω να υπογράφω πολύ συχνά σχόλια με αυτό το ψευδώνυμο. Ο χρόνος θα δείξει.
Τα τρία μπλογκ θα παραμείνουν ανοιχτά για ένα μήνα ακόμη, μέχρι την καινούρια χρονιά. Μετά θα κλείσουν. Δεν θα τα σβήσω, θα τα κάνω ιδιωτικά. Ποιος ξέρει, ίσως κάποτε θελήσω να τα ξαναδιαβάσω.
Τώρα γυρίζω σελίδα.

Δευτέρα, 30 Νοεμβρίου 2009

πεθαμένα

.
.
Είδα στον ύπνο μου πως γέννησα ένα παιδί.
.
Ήμουν λέει μαζί με την κόρη μου σε ένα δωμάτιο νοσοκομείου που όμως είχε μονάχα ένα διπλό κρεβάτι μέσ' στη μέση. Ήμουν γυμνή. Η γυναικολόγος καθόταν στα πόδια του κρεβατιού. Ένιωσα έναν μικρό πόνο και ξάπλωσα ανάσκελα. Η κόρη μου πήγε απέναντί μου για να βλέπει καλύτερα. Έγειρε το κεφάλι λίγο δεξιά και συγκεντρώθηκε σ' αυτό που συνέβαινε.
.
Ένιωσα το κεφάλι του μωρού να παίρνει θέση. Έσπρωξα με δύναμη και βγήκε χωρίς καθόλου προσπάθεια. Δεν ένιωσα καθόλου πόνο. Σκέφτηκα, κοίτα να δεις ευκολία, έπρεπε να έχω κάνει πολλά παιδιά εδώ.
.
Δεν είδα το μωρό. Η γυναικολόγος το πήρε και το απομάκρυνε, για να το πλύνει, σκέφτηκα. Η κόρη μου ήρθε δίπλα μου. Τα μάτια της έλαμπαν. "Μαμά, καλά που μου είχες μιλήσει για όλα αυτά, έτσι τώρα κατάλαβα καλύτερα". Την αγκάλιασα, μπορεί και να βούρκωσα λίγο.
Το μωρό δεν έκλαιγε, δεν το άκουγα καθόλου. Παράξενο, σκέφτηκα. "Τι έγινε, πού είναι;" ρώτησα. Η γυναικολόγος με κοίταξε σοβαρή. "Λυπάμαι πολύ", μου είπε. Κατάλαβα.
.
Όλα μου τα παιδιά γεννιούνται νεκρά.
.
Δεξιά μου, πάνω στο κρεβάτι, είδα ξαφνικά μια χοντρή πράσιν κάμπια να καλπάζει πάνω στο κρεβάτι, όσο γρήγορα μπορεί τέλος πάντων να καλπάσει μια κάμπια. "Πάρτε την από δω", φώναξα, "πετάξτε την έξω!" Δεν με άκουγαν, ξαναφώναξα. Η κόρη μου έπιασε την κάμπια με τα δυο της δάχτυλα και την πέταξε κατά το παράθυρο. Κκάτι κλαδιά με πράσινα φύλλα έμπαιναν στο δωμάτιο. Η κάμπια αρπάχτηκε πάνω τους κάι βάλθηκε να ξαναγυρίσει κατά μέσα. "Φύγε", είπα ξέψυχα, "τράβα έξω, στο χορτάρι, στο πράσινο."
.
Έκλεισα τα μάτια και ξύπνησα.
.
Κοίταξα το ξυπνητήρι. Ήταν ακόμα τρεισίμιση. Ήξερα πως δεν θα ξανακοιμηθώ εύκολα, μα δεν σηκώθηκα. Έχω βάλει όρο στον εαυτό μου να μην σηκώνομαι τη νύχτα, όσες ώρες κι αν μένω ξύπνια. Η νύχτα είναι για ξεκούραση, για να ξαπλώνουμε στο κρεβάτι και να αναπαυόμαστε. Μεταχειρίζομαι τον εαυτό μου σαν κακομαθημένο παιδί που θέλει στρώσιμο.
Το ροχαλητό δε μ' άφηνε να κοιμηθώ. Σαν έχω αϋπνίες όλα μου φταίνε. Στριφογύρισα κάμποσο, παιδεύτηκα πολλή ώρα, τέλος αποκοιμήθηκα ξανά.
.
Είδα τον άντρα μου να σηκώνεται από το κρεβάτι. Ήτανε, λέει, πρωί. Με πλησίασε και με κοίταξε παράξενα. Άπλωσε το χέρι στα μαλλιά μου, τα τίναξε. "Εσύ, κυρά μου, είσαι γεμάτη ψείρες." Κοίταξα τα σεντόνια. Πράγματι, ήταν γεμάτα μικρά μαύρα ζωύφια που τρεχοβολούσαν δώθε κείθε. Ανατρίχιασα. "Κοίτα το παιδί, μην τυχόν έχει και κείνο." Σκέφτηκα τα σαμπουάν, τα ψιλά χτένια, το κούρεμα.
.
Έκλεισα πάλι τα μάτια, ξαναξύπνησα.
.
Ήταν ώρα να σηκωθώ, μα δεν άντεχα. Με κλειστά μάτια μούσκευα το μαξιλάρι. Ήταν ένα κλάμα γλυκό, απαλό, ήσυχο, σαν ψιλόβροχο.
.
Η ψυχή μου καθάρισε.
.

Τετάρτη, 25 Νοεμβρίου 2009

ανάπαυλα

Εδώ και κάνα δυο μήνες δεν νιώθω πια. Θέλω να πω, κάτι νιώθω, μα όχι όπως πριν. Καμμιά σχέση. Δεν ονειρεύομαι, δεν ποθώ, δεν πονώ. Δεν φοβάμαι τίποτα και δεν ελπίζω τίποτα, αλλά δεν είμαι λεύτερη. Αν αυτό είναι η ελευθερία, να μένει το βύσσινο.

Δεν πονώ βέβαια, είναι κι αυτό κάτι. Αν μου πεις να ξαναγυρίσω εκεί που ήμουν πριν, με τίποτα. Καλύτερα έτσι. Κι άλλωστε μπορώ πάντα να ελπίσω πως κάτι θ' αλλάξει.

Δεν είμαι απελπισμένη όμως, όχι. Είμαι χωρίς ελπίδα. Μετέωρη.

Ζωή συμβατική, συμβιβασμένη, τίποτα απ' όσα ονειρεύτηκα ή φαντάστηκα μικρή, και λοιπόν; Παλιά ασφυκτιούσα, τώρα πια όχι. Δεν με ενδιαφέρει. Πάει να πει, κι από την άλλη μεριά πάλι χορτάρι υπάρχει, άσε που μπορεί να είναι και ξερό, πού να ξεκουβαλιόμαστε τώρα, υπάρχει λόγος;

Τα όνειρα είναι για τους νέους.

Για τους μεγάλους, η ξεκούραση.

.

Τετάρτη, 18 Νοεμβρίου 2009

χρώματα

.

Πάνε κάνα δυο εβδομάδες από τότε. Μια παρέα παλιών φίλων κανόνισε συνάντηση. Είχα να τους δω χρόνια. Ήταν ευκαιρία. Θα έμενα στο σπίτι της Άλκηστης. Παραπάνω κι από φίλη: αδελφή. Όταν της το είπα, η φωνή της με αγκάλιασε. Σε περιμένω.

Είχα πάνω από δυο χρόνια να ανέβω. Από τότε που χωρίσαμε, και πιο πριν ακόμη. Στην πόλη σου. Να πάρω εκείνο το ίδιο τραίνο, εκείνη την ίδια ώρα, να βγω σε κείνο τον ίδιο σταθμό, να περάσω εκείνους τους ίδιους δρόμους. Η πόλη μας.

Δίστασα μια στιγμή μονάχα. Μετά έσφιξα το χερούλι της βαλίτσας κι ανέβηκα.

Ήταν σαν τίποτα. Μήτε πόνος, μήτε θλίψη, μήτε νοσταλγία. Έτσι. Ένα τραίνο, λίγο βρώμικο, γεμάτο φαντάρους. Όπως παλιά. Πολύ παλιά. Τότε που ήμουν ακόμα παιδί. Πήγα να πω, τότε που ήμουν νέα. Τι νέα. Παιδί ήμουν. Είκοσι χρονώ. Τότε που εσύ δεν υπήρχες ακόμη ούτε σαν σκέψη στη ζωή μου.

Ξαναβρήκα την πόλη μου. Τη δική μου. Όπως παλιά. Τάβλι στα καφενεία, βόλτα στην παραλία, μπαρότσαρκα τα βράδια. Η θάλασσα ένα βρώμικο γκρίζο. Και γύρω οι φίλοι, εκείνοι από παλιά. Και το πρωί καφές και κουλούρι σουσαμένιο στο μαγαζί της Άλκηστης.

Μετά τον καφέ γύρισα σπίτι να κάνω μπάνιο. Εκείνη είχε δουλειά. Δώσαμε ραντεβού το μεσημέρι στο ουζερί τού Νικόλα. Όπως παλιά. Ξάπλωσα λίγο. Ησυχία. Τίποτα. Κανείς. Τεντώθηκα μαχμουρλίδικα, γύρισα απ' την άλλη. Ελευθερία. Σηκώθηκα με το πάσο μου, ντύθηκα απλά και άνετα, μόνο στολίδι οι μεγάλοι ροζ ξύλινοι κρίκοι στ' αυτιά. Είχα κέφια. Μέσα στο ασανσέρ κοιτάχτηκα στον καθρέφτη.

Μια σκέψη με ξάφνιασε:

Είμαι όμορφη.

Κοιτάχτηκα ξανά.

Τι όμορφη που είμαι!

Πού είχε πάει η γερασμένη γυναίκα που αντίκριζα στον καθρέφτη ίσαμε χτες; Φευγάτη. Αντίο. Όσο ήσουν στη ζωή μου, έβλεπα στον καθρέφτη την ομορφότερη του κόσμου. Όταν έφυγες, έβλεπα μια τσακισμένη μεσόκοπη γυναίκα. Σήμερα βλέπω εμένα.

Πού ήταν τα βάρη που σήκωνα; Φευγάτα. Μαγεία. Μην το σκέφτεσαι. Είσαι όμορφη, η μέρα είναι όμορφη, είσαι με φίλους, σε αγαπάνε. Είσαι όμορφη. Όμορφη.

Κατηφόρισα τον πεζόδρομο με της καφετέριες, χώθηκα στα στενά. Βιτρίνες με κοσμήματα, ρούχα, βιβλία. Σε μια γωνιά, ψηλά, κρέμεται ένα μπουκέτο χρώματα. Είναι για μένα. Ξέρω πώς είναι για μένα. Μπαίνω στο μαγαζί. Ινδικές φούστες, καπέλα απ' το Νεπάλ, μυρίζει σανταλόξυλο. Μου κατεβάζει το μπουφάν. Το δοκιμάζω. Τέλειο.



Χώνω στη σακούλα την παλιά μου γκαμπαρντίνα και τη ζακέτα. Φεύγω φορώντας τα χρώματα. Όμορφη.

.

Τετάρτη, 11 Νοεμβρίου 2009

μπαλονάκι

.

Σήμερα μου ήρθε όρεξη να πετάξω πάνω από τις στέγες.

Να 'φταιγε η λιακάδα? Φυσούσε κιόλας, όχι πολύ, ίσα να με φουσκώσει. Άπλωσα τα μπράτσα μου και γλίστρισα πάνω από τους ηλιακούς θερμοσίφωνες και τις κεραίες. Ένιωθα κάπως σαν μπαλόνι απ' αυτά με το ήλιον, λίγο ξεφούσκωτο όμως, δεν έφευγα ούτε πολύ ψηλά στα σύννεφα, ούτε κι έπεφτα κάτω.

Θυμάμαι όταν ήμουνα μικρή, έβλεπα τακτικά στον ύπνο μου πως πετούσα. Μάζευα τα πόδια μου, άπλωνα τα μπράτσα μου και υψωνόμουν στον ουρανό. Όμως το πράμα δεν ήταν τόσο εύκολο. Ανέβαινα αργά, βασανιστικά αργά, σαν μισοξεφούσκωτο μπαλόνι. Έπρεπε να προσπαθήσω να ελαφρύνω, κι έμοιαζε αδύνατον. Πλημμύριζα αγωνία και χτυποκάρδι. Κι ύστερα καθώς ανέβαινα, αργά, πολύ αργά, ο ουρανός πάνω μου ήταν γεμάτος χοντρά μαύρα καλώδια που διασταυρώνονταν, σε διάφορα ύψη και προς διάφορες κατευθύνσεις, κι έπρεπε να προσπαθώ να τα αποφύγω.

Σπάνια κατάφερνα να ξεφύγω απ' τα καλώδια και να πετάξω λίγο πιο ψηλά, όχι και στα σύννεφα, αλλά τέλος πάντων αρκετά πάνω απ' τις στέγες των σπιτιών. Και τότε ήταν όμορφα και συναρπαστικά, αλλά και πάλι υπήρχαν παγίδες: κάποια κτίρια ψηλότερα από άλλα που έπρεπε να έχω το νου μου να τ' αποφεύγω, είτε πετώντας πλάγια είτε ανεβαίνοντας ψηλότερα, πάντα με δυσκολία, πάντα αργά... Κι άμα ξεχνιόμουν και χαλάρωνα, έχανα ύψος, και τότε μπορούσε να βρεθώ στο έδαφος και να μην μπορέσω ξανά να σηκωθώ...

Έτσι και σήμερα, πέταξα λίγο, μα ήταν πιο πολύ σαν να πήδηξα από ψηλά και να γλίστρησα ανεμοπορώντας απαλά μέχρι το χώμα.

Ύστερα πήρα το καρότσι και πήγα λαϊκή, να πάρω ψάρια.

.

Κυριακή, 8 Νοεμβρίου 2009

όλα τα είχε η μαριορή

Της έλειπε όμως ένα φωτογραφικό ημερολόγιο.

Στο καινούριο μου blog θα ανεβάζω φωτογραφίες με τη θέα από το παράθυρο της κουζίνας μου. Το πλαίσιο πάντα ίδιο, μόνο οι διαθέσεις αλλάζουν. Όπως και στη ζωή.

Πέμπτη, 8 Οκτωβρίου 2009

καθήλωση

.

Είπαμε, τραβάω κόλλημα.

Κολλημένη στα παλιά.

.

Κυριακή, 27 Σεπτεμβρίου 2009

παραπομπή

Σήμερα μου ήρθε να ποστάρω κάτι που ταίριαζε καλύτερα στο παλιό μου ημερολόγιο.
Θα το βρείτε εκεί.

Πέμπτη, 17 Σεπτεμβρίου 2009

όσο μεγαλώνω, τόσο καταλαβαίνω...

...πως είμαι ίδια η μάνα μου.

Κυριακή, 13 Σεπτεμβρίου 2009

safe sex

...το πούλμαν προχωρεί μέσα στη νύχτα, ακόλουθώντας ένα αλλόκοτο δίκτυο από σήραγγες. Η δίοδος διαρκώς στενεύει, ο οδηγός αμφιβάλλει για τη διαδρομή. Αναγκαζόμαστε να σταματήσουμε. Εγώ και άλλες δύο κατεβαίνουμε για να ερευνήσουμε μπροστά. Με πυρσούς στα χέρια εξερευνούμε τις σήραγγες μεθοδικά. Είναι χαμηλές, κυκλικές και διακλαδούμενες. Τα τοιχώματα θυμίζουν κιμωλία. Η πρώτη δεξιά είναι σχετικά σύντομη και επιστρέφει στο σημείο εκκίνησης. Η δεύτερη έχει δύο διακλαδώσεις τυφλές, δυο σκωληκοειδείς αποφύσεις. επιστρέφουμε άπρακτες. Η τρίτη είναι πιο περίπλοκη. Κάνουμε μεταβολή, αλλά δεν είμαστε πλέον σίγουρες για τον δρόμο της επιστροφής. Ο διάδρομος που βρισκόμαστε είναι πιο χαμηλός από τον προηγούμενο. Στρίβουμε σε μια διακλάδωση. Μας οδηγεί σε μια νέα διακλάδωση. Φωνάζουμε, μας απαντά ο αντίλαλος. Όσο προχωρούμε, τόσο περισσότερο βυθιζόμαστε σε ένα χαώδες πλέγμα διαδρόμων. Το στόμα μου στεγνώνει, ο σφυγμός μου επιταχύνεται...

...νιώθω ένα χάδι χαμηλά, κάτω από τη μέση. Το μυαλό μου κοιμάται ακόμη, το σώμα μόλις που αρχίζει να αναδεύεται. Γνώριμο άγγιγμα, ζεστασιά, ασφάλεια. Το χάδι απλώνεται, μαζεύεται, μετακινείται ανεπαίσθητα, εστιάζεται στη σχισμή ανάμεσα στα πόδια μου.

Βαθιά εκπνοή. Χαλάρωση. Διέγερση.

Ξέρει ακριβώς τι θέλω, πότε το θέλω, πώς το θέλω. Τόσο οικείο, τόσο ασφαλές. Λυγίζω ελαφρά τα γόνατά μου, καμπυλώνω την πλάτη μου. Νιώθω να λιώνω αργά, να μαλακώνω.

Ένα δεύτερο χάδι κυκλώνει την μέση μου, γλιστράει κάτω από το φανελάκι, αγκαλιάζει το στήθος μου. Τεντώνω το χέρι μου ψηλά, γυρίζω ελαφρά το σώμα μου. Να μην κρεμάει και πολύ το βυζί προς τα κάτω. Έχουμε και την κοκεταρία μας. Άλλωστε έτσι διευκολύνω την πρόσβαση.

Το χέρι μου ταξιδεύει προς τα κάτω μέσα στα σεντόνια, αναζητά αυτό που ξέρει ότι θα βρει, παίρνει την σκυτάλη. Ξέρει κι αυτό τι να κάνει, πώς να το κάνει, πότε να το κάνει. Τα βήματα του χορού είναι τόσο γνωστά ώστε μπορούμε να τα εκτελέσουμε με κλειστά μάτια.

Νιώθω το σώμα του να γλιστράει χαμηλά, τα χέρια του σφίγγουν τους γλουτούς μου, το στόμα του κολλάει στο επίκεντρο της διέγερσης, μια δίνη στροβιλίζεται και με παρασέρνει. Τον τραβάω πάνω μου, δαγκώνω τον ώμο του, λαχανιάζουμε με τον ίδιο ρυθμό.

Του ψιθυρίζω μηχανικά στο αυτί τα λόγια που ξέρω πως θέλει ν' ακούσει, πιάνω τα μαλλιά του και τραβάω το κεφάλι του στον λαιμό μου. Μια κομμένη ανάσα.

Σιγά-σιγά ο ρυθμός χαλαρώνει, ακούμε ξανά την ησυχία γύρω μας.

Ξημερώνει.

Έχω ακόμη κλειστά τα μάτια.

Δεν έχω παράπονο, είναι άψογος. Αν σβήσω εντελώς κάθε σκέψη απ' το μυαλό μου, το σώμα μου λειτουργεί μαζί του καλύτερα παρά με οποιονδήποτε άλλον. Η οικειότητα παίζει τον ρόλο της, αλλά οφείλω να ομολογήσω πως είναι καλός. Έχει μια κλίση στο άθλημα.

Επίσης φτιάχνει πολύ ωραίες κροκέτες.

.

Πέμπτη, 3 Σεπτεμβρίου 2009

διακοπές

...τι μπορεί να κάνει κανείς με ένα σχοινί;...

...να κουνάει την αιώρα με το πόδι του.






Κυριακή, 30 Αυγούστου 2009

σχοινοβασία

.

Πίσω μου, στείρες αναμνήσεις και σπαράγματα ονείρων.

Μπροστά μου, μια απέραντη αμμουδιά χωρίς ούτε μια χρωματιστή ομπρέλα.

Κάνω να κοιτάξω πίσω και μού 'ρχεται μια σουβλιά κάπου εκεί κάτω απ' τον αφαλό και λίγο αριστερά, τι είν' εκεί, η σπλήνα μήπως; Κοιτάζω μπροστά και νιώθω τέτοια ερημιά που κόβεται η ανάσα μου, δεν με φτάνει ο αέρας ν' αναπνεύσω. Όπου και να στραφώ μονάχα πόνος.

Μένω λοιπόν εδώ, στη μέση, στο παρόν.

Σχοινοβατώ πάνω από μιαν άβυσσο.

Αδειάζω το μυαλό μου.

Εστιάζω το βλέμμα μου στο σχοινί - ούτε μπρος, ούτε πίσω.

Ίσως καλύτερα να κλείσω τα μάτια.

Μοιάζει πιο εύκολο έτσι.

.

Σάββατο, 22 Αυγούστου 2009

σκέψη για τη μοναξιά


Η μοναξιά δεν προέρχεται από τη μόνωση, αλλά από την αποξένωση.

Σάββατο, 15 Αυγούστου 2009

Τι είναι γάμος;

σιδερένια μπάλα με αλυσίδα

αφόρητη προβλεψιμότητα

ρούχα ξεβαμμένα στο πλυντήριο

βότσαλα λειασμένα από το κύμα

νυσταγμένοι οργασμοί το χάραμα

Πάντα σιχαινόμουν εκείνο το φρικτό τραγούδι του Μηλιώκα, το "ροζ".

Δυο χρώματα τόσο υπέροχα, τόσο έντονα, τόσο φωτεινά - λευκό και κόκκινο - να καταντήσουν ένα χλωμό, ομοιόμορφο, μονότονο, ξεπλυμένο ροζ! Δυο χρώματα διαφορετικά μεταξύ τους, με δική τους προσωπικότητα - να γίνουν ένα χρώμα, να εξομοιωθούν! Κι αυτό λέγεται πλούτος; Λέγεται κέρδος; Λέγεται ωρίμανση;

Παντα με διασκέδαζε να το παραφράζω σε:
"Πόσο άλλαξες, πόσο άλλαξα
τα όνειρά μου φούξια, τα όνειρά σου λαχανί
ρούχα μαζί που πλύθηκαν και γίνανε μουνί."
΄
Κρίμα στη φωνή της Αφροδίτης Μάνου.

Ευτυχώς υπάρχει κι εκείνο το άλλο τραγούδι, πάλι με την Αφροδίτη και τον Διονύση τον Σαββόπουλο.

Τετάρτη, 12 Αυγούστου 2009

παλιός εφιάλτης

[με αφορμή την ανάρτηση του Γιάννη]

Φέτος τα χριστούγεννα ο πατέρας μου θα κλείσει εφτά χρόνια πεθαμένος. Δεν μου λείπει καθόλου. Πάντα ήτανε είρων, ιδιότροπος, ισχυρογνώμων, ευέξαπτος. Με αγαπούσε πολύ, για τα δεδομένα του. Ήμουν η αδυναμία του. Ωστόσο είχε ελάχιστη ζεστασιά να δώσει.

Η σχέση μας ήτανε μια διαρκής σύγκρουση. Ευτυχώς είχα την τύχη να ζήσει πολλά χρόνια, να προλάβω να μεγαλώσω αρκετά ώστε να πάψω να τον συνερίζομαι. Ευτυχώς πρόλαβα να συμφιλιωθώ μαζί του όσο ζούσε, πρόλαβα να τον ευχαριστήσω για όσα μου είχε δώσει, πρόλαβα να του αναγνωρίσω πως έκανε ό,τι καλύτερο μπορούσε - όπως όλοι μας.

Τον είδα στον ύπνο μου ένα βράδυ. Ήμασταν, λέει, στο πατρικό μου σπίτι, πολύς κόσμος μαζεμένος, σόι, θειάδες, εξαδέλφες, οι πόρτες όλες ανοιχτές. Ήμουνα, λέει, στην κουζίνα, όταν ξαφνικά φάνηκε εκείνος. Ήτανε πεθαμένος - φως φανάρι. Η όψη του ήταν κάτασπρη. Πλησίασε προς το μέρος μου με τα χέρια απλωμένα. Με έκοψε κρύος ιδρώτας. Κοίταξα γύρω μου: μόνον εγώ τον έβλεπα. Όλοι οι άλλοι μιλούσαν και γελούσαν αμέριμνοι. Έκανα να μιλήσω, να φωνάξω, να τους πω - μα η φωνή δεν έβγαινε. Γύρισα και τον κοίταξα: ερχόταν καταπάνω μου αργά, αναπόφευκτα. Σκέφτηκα πως ήθελε να με πάρει μαζί του και πως εγώ δεν ήθελα να πάω - δεν πάει να ήταν και πατέρας μου, δεν πάει να ήτανε κι ο δαλάι λάμα. Θέλησα να τον σπρώξω, να τον κάνω πέρα.

Και μετά ξύπνησα, που λένε.

.

Σάββατο, 1 Αυγούστου 2009

κεφτέδες ετερόδοξοι

.

Σήμερα έφτιαξα κεφτεδάκια.

Εδώ που τα λέμε, δεν ήταν ακριβώς κεφτεδάκια.

Βαριέμαι φριχτά το τηγάνι. Από την άλλη, βαριέμαι και το ίδιο φαγητό συνέχεια. Κάθε εβδομάδα φτιάχνω μπιφτέκια. Ο μόνος τρόπος να φάει το παιδί κρέας. Είπα λοιπόν να κάνω μια παραλλαγή. Τα υλικά ήταν τα ίδια: κιμάς, βρεγμένο ψωμί, λιωμένο κρεμμύδι, μαϊντανός, αυγό, λάδι, αλάτι. Έβαλα και τριμμένο καρότο και κολοκύθι, για να τρώει το παιδί και λαχανικά, να γίνεται και πιο αφράτο το μείγμα. Πλάσαμε μικρά μπαλάκια μαζί με την κόρη μου, διασκεδάσαμε κυλώντας τα στο αλεύρι. Αντί όμως να τα ψήσω στη σχάρα, έριξα μισό δάχτυλο λάδι σε ένα ταψί, το άφησα στο φούρνο να κάψει καλά και τα έριξα μέσα.

Έμοιαζαν αρκετά με κεφτέδες. Άλλωστε όλα μια ιδέα είναι, σωστά; Τα γύρισα να κάνουν κρούστα κι απ' την άλλη. Για συνοδεία χυλοπίτες και σαλάτα μαρούλι. Όλα έμοιαζαν άψογα.

Το πράγμα στράβωσε από την αρχή. Εκείνος πείνασε νωρίς, εγώ και το παιδί ζωγραφίζαμε, δεν είχαμε όρεξη να φάμε. Άλλη φορά ίσως είχα πει οκέι, ας φάμε τώρα. Σήμερα όμως αποφάσισα πως δεν χρειάζεται. Όποιος πεινάει, τρώει. Κατέβασε μούτρα.
- Δε μου αρέσει να τρώω μόνος μου.
- Βάλε ένα πιάτο κι έλα στο σαλόνι να μας κάνεις παρέα.
Ξύνισε κι άλλο τα μούτρα του.
- Προτιμώ να περιμένω.

Αυτή η μανία να τρώει πάντα όλη η οικογένεια μαζί, με πνίγει. Όλοι οι φίλοι μου όταν το ακούνε ενθουσιάζονται. Συσφίγγει, λέει, τους δεσμούς. Ναι, τους συσφίγγει, μέχρις ασφυξίας. Ας πάρουμε και καμμιά ανάσα! Ας τρώμε μαζί, ας είμαστε ελεύθεροι όμως καμμιά φορά να φάμε και χώρια!

Μια ζωή θυμάμαι το οικογενειακό τραπέζι, πρωί μεσημέρι βράδυ, πάντοτε οι τρεις μας: ο πατέρας μου, η μάνα μου, εγώ. Το καθετί ήταν πάντα στη θέση του, αμετακίνητο: πιάτα, μαχαιροπήρουνα, πετσέτες, το μπουκάλι με το παγωμένο νερό. Το καθετί είχε τη σειρά του. Τρώγαμε όλοι μαζί, περιμένοντας ο ένας τον άλλον. Εγώ πάντα αργούσα να τελειώσω και πάντα με έπιανε αγωνία, δεν μου άρεσε να τρώω μόνον εγώ και οι άλλοι να με περιμένουν. Μετά το φαγητό το μαρτύριο συνεχιζόταν: ερχόταν το φρούτο. Άλλα πιάτα, άλλα μαχαιροπήρουνα, άλλο νερό, άλλη ιεροτελεστία. Πρέπει να είχα κλείσει τα δεκαπέντε πια όταν άρχισα να σηκώνομαι από το τραπέζι πριν τελειώσουμε - τουλάχιστον την ώρα του φρούτου.

Τελειώσαμε τη ζωγραφιά μας. Μισή ώρα αργότερα καθήσαμε όλοι μαζί στο τραπέζι. Μου έδωσε να σερβίρω πρώτα το πιάτο του παιδιού, μετά το δικό μου, τελευταίο το δικό του. Με την πρώτη μπουκιά το στόμα του σφίχτηκε. Δεν είπε τίποτα, συνέχισε να τρώει με εκείνο εκεί το ύφος "πάλι δεν τρώγεται, αλλά θα κάνω πως δεν το κατάλαβα". Δοκίμασα έναν κεφτέ. Μου φάνηκε ωραιότατος. Η μικρή βούτηξε το πηρούνι στις χυλοπίτες.
- Μμμμμ, τι ωραίο φαγητό!
- Ωραίο, έτσι; Κι εμένα μ' αρέσει!
- Ωραίοι οι κεφτέδες!
- Ναι, είδες πώς μας πέτυχαν;
Εκείνος δεν σταύρωσε κουβέντα.

Το ξέρω αυτό το ύφος. Το έχω σιχαθεί δεκαπέντε χρόνια τώρα. Είσαι άχρηστη, δεν ξέρεις να μαγειρεύεις, δεν κάνεις για νοικοκυρά, δεν είσαι γυναίκα εσύ, μα τι να κάνω, κάνω υπομονή, αφού δεν είσαι άξια για παραπάνω...

Όλη η ώρα στο τραπέζι πέρασε έτσι. Στο τέλος τον ρώτησα:
- Πώς σου φάνηκε το φαγητό;
Κόμπιασε.
Απάντησε αργά, με τόνο φωνής "προσπαθώ να μην σε προσβάλλω":
- Κάπως πολύ λαδερό για το γούστο μου. Έριξες παραπάνω λάδι στα μπιφτέκια;
- Δεν είναι ακριβώς μπιφτέκια. Ήθελα να κάνω κεφτέδες, αλλά για να γλιτώσω το μπελά του τηγανιού, είπα να τους κάνω στο φούρνο.
- Α!
Χαμογελώ.
- Σε μπέρδεψα, έτσι;
Καχύποπτο βλέμμα.
- Έβαλες δυόσμο;
Αυτή η ερώτηση με εκνευρίζει. Για εκείνον, δεν υπάρχει μέση οδός: υπάρχουν μπιφτέκια, υπάρχουν κεφτέδες. Τα μπιφτέκια έχουν μαϊντανό, οι κεφτέδες έχουν δυόσμο. Κεφτέδες με μαϊντανό; Αδιανόητο.
- Όχι, έβαλα μαϊντανό.
Παύση.
- Κοίτα να δεις, εγώ δεν κολλάω στις συνταγές. Αυτοσχεδιάζω. Αφού το ξέρεις. Άμα δε θες να τα πεις κεφτέδες, μην τα λες. Πες τα μπιφτέδες. Πες τα κεφτέκια. Πες τα όπως θες. Είναι κιμάς ζυμωμένος με διάφορα και ψημένος στο φούρνο σε ένα ταψί με λάδι.
Παύση.
- Σκέφτηκα πως θα ήταν πιο ελαφρύ έτσι παρά στο τηγάνι.
- Μη νομίζεις. Έτσι ρουφάει περισσότερο λάδι. Γιατί μένει μέσα στο λάδι. Ενώ στο τηγάνι, το λάδι είναι καυτό, κάνει κρούστα ο κεφτές, τον βγάζεις αμέσως, δεν προλαβαίνει να ρουφήξει.
Οφείλω να παραδεχτώ πως έχει δίκιο.
Παρόλα αυτά, εμένα μου άρεσαν.

Μαζεύω τα πιάτα.
- Οπωσδήποτε ήταν ένα ενδιαφέρον πείραμα.

Κανείς δεν γελάει με το χιούμορ μου.

Την άλλη φορά θα κάνω σνίτσελ.

Στο τηγάνι.

.

Κυριακή, 26 Ιουλίου 2009

...

...

...τόσο κράτησε.

.

Παρασκευή, 24 Ιουλίου 2009

επάνοδος

.

Εχτές γύρισε η οικογένεια από τις διακοπές.

Άργησα να αναγνωρίσω τον άντρα μου. Το πρώτο που με ξάφνιασε ήταν πως μου φάνηκε όμορφος. Τι στην ευχή, δεν είχε περάσει και τόσος πολύς καιρός πια!

Το δεύτερο που με ξάφνιασε ήταν πως αποζητούσα τα φιλιά του.

Το βράδυ στο κρεβάτι κοιταχτήκαμε διψασμένοι. Είχα χρόνια να εξερευνήσω το σώμα του. Ήξερα πως είχε αλλάξει, όπως και το δικό μου, αλλά δεν ειχα ψηλαφήσει τις αλλαγές. Άπλωσε το χέρι στα μαλλιά μου.

- Μοιάζουν με κύματα της θάλασσας.

Μα πού ήταν κρυμμένος τόσα χρόνια;

Πρώτη φορά, εδώ και πολύ καιρό, δεν με πείραζε να κάνουμε έρωτα με το φως αναμμένο. Ήθελα να τον ανακαλύψω πάλι.

Έκανε ζέστη.

Ύστερα, χυμένη στο μαξιλάρι, του είπα:

- Νιώθω το σώμα μου να έχει ξεχειλώσει. Ξέρω από καιρό πως μεγαλώνω, έχω πάρει κιλά, τα ξέρω αυτά, όμως τώρα λες και τα είδα όλα μονομιάς, χαλάρωση, κοιλιά, κυτταρίτιδα. Λες και ξεφύτρωσαν σε μια νύχτα.

Με κοίταξε σκεφτικός.

- Και οι δύο έχουμε χαλαρώσει. Τα χρόνια περνάνε. Μπαταλέψαμε.

Με αγκάλιασε από τη μέση.

- Μου αρέσει το σώμα σου. Μου αρέσει όπως μεγαλώνεις. Μου αρέσει γιατί το γνωρίζω, το αγαπώ, μου δίνει απόλαυση.

Μα πού στην ευχή κρυβότανε τόσον καιρό;

- Είσαι θησαυρός.

Όσο κρατήσει.

.

Παρασκευή, 17 Ιουλίου 2009

Το γαλάζιο κουτί

.

Είμαι μόνη στο σπίτι. Η οικογένεια λείπει σε διακοπές κι εγώ δουλεύω. Τώρα που λείπουν όλοι, βρήκα ευκαιρία να συμμαζέψω όλα όσα ποτέ δεν προλάβαινα. Καθάρισα την αποθήκη, άδειασα το πατάρι, τακτοποίησα τα πάνω ράφια της ντουλάπας.

Εκεί στο τελευταίο ράφι βρήκα το γαλάζιο κουτί.

Το καπάκι του είχε βελούδινη υφή.

Καθώς το άνοιγα κάτι αναδεύτηκε στη μνήμη μου.

Πάνω-πάνω ένα παλιό περιοδικό με τον Σην Κόννερυ στο εξώφυλλο, ναι, ναι, Σην, όχι Σων, έτσι τον ξέραμε εμείς τότε, τώρα μας έπιασε μανία με την ορθοέπεια, Σων από εδώ, Ρέιγκαν από εκεί, Λιουίνσκι παραπέρα, σιγά τα ωά, μήπως οι άγγλοι και οι αμερικάνοι προφέρουν σωστά τα δικά μας ονόματα;

Από κάτω κάτι αφίσες κινηματογραφικές, Μπάρρυ Λύντον, η Ναστάζια Κίνσκι στην Αγριόγατα, ο Φερνάντο Ρέυ, η Λίζα Μινέλι, Λίζα, όχι Λάιζα, άντε πια με την τόση αγγλομάθεια, σιγά μη στάξει η ουρά του γαϊδάρου, τα ρώσικα και τα ολλανδικά που τα σκοτώνουμε δεν ιδρώνει κανενός το αυτί, μόνο για τα αγγλικά κοπτόμεθα, λες και τα μιλούσαμε και στο χωριό μας.

Αποκόμματα περιοδικών, παλιές καρτ ποστάλ, κι ένα ντοσιέ σκούρο μπλε με χρυσά αστέρια.

Κάτι μου γδέρνει το λαιμό.

Λύνω το κορδόνι, ανοίγω το ντοσιέ.

Είναι εδώ, όπως τα έχωσα πριν τόσα χρόνια, πόσα χρόνια; Επτά, οκτώ, δέκα; Μια φωτογραφία του από το πρώτο μας καλοκαίρι, πριν κόψει τα μαλλιά του, καστανές μπούκλες ως τους ώμους, και πίσω μια άδεια παραλία. Είχαμε περπατήσει ώρες για να φτάσουμε από το κοντινότερο χωριό, φορτωμένοι νερό, τρόφιμα και τη σκηνή. Τρεις μέρες μείναμε εκεί. Ημασταν οι δυο μας, ψυχή δεν φάνηκε. Οι δυο μας και τα κύματα.

Όταν τελείωσαν οι προμήθειες γυρίσαμε στο χωριό. Πέντε ώρες πορεία. Ψάξαμε για δωμάτιο. Ντους και ξάπλα. Εκείνον τον πήρε αμέσως ο ύπνος. Έμεινα να τον κοιτάζω στο φως το μεσημεριού. Μελαχρινό κορμί σε άσπρα σεντόνια. Οι μπούκλες χυμένες στο μαξιλάρι.

Λαχταρούσα να τον βγάλω φωτογραφία, αλλά φοβόμουν πως αν σηκωθώ θα τον ξυπνήσω. Τον κοίταξα τόση ώρα ώστε η εικόνα αποτυπώθηκε στη μνήμη μου. Ακόμη και τώρα, δεκαεφτά χρόνια μετά, η φωτογραφία που δεν τράβηξα βρίσκεται εκεί, σε μια γωνιά του μυαλού μου. Έχει ξεθωριάσει λίγο, τα χρώματα έχουν κόψει, οι άκρες της έχουν ξεφτίσει, αλλά διακρίνεται ακόμη καθαρά.

Πόσο νέοι ήμασταν τότε.

Και κάτω από την φωτογραφία, τα γράμματα. Ερωτικά γράμματα από τον άντρα μου, για φαντάσου! Τα γράμματα που μου έστειλε μετά τον πρώτο μας χωρισμό. Γράμματα, τηλέφωνα, κουδούνια στη μέση της νύχτας. Τον έβγαζα από την πόρτα και ξανάμπαινε από το παράθυρο. Η επιμονή του ήταν εξοργιστική, αλλά και κολακευτική μαζί.

Ατελείωτες συζητήσεις, καυγάδες, διαπραγματεύσεις.

Και πάντα καταλήγαμε να κυλιόμαστε στο πάτωμα ή στον καναπέ, να παλεύουμε, να δαγκωνόμαστε, να κάνουμε έρωτα οργισμένα και απελπισμένα. Και ύστερα μια ανακούφιση, σαν μόλις να είχαμε σωθεί από θανάσιμο κίνδυνο.

Να κι ένα δικό μου γράμμα. Δεν του το έστειλα ποτέ. Έστειλα δεκάδες γράμματα, γεμάτα παράπονα, θυμό, κατηγορίες. Αυτό, όμως, δεν το έστειλα. Ίσως γιατί δεν άντεχα να του πω ότι τον αγαπούσα.

Μαζεύω ξανά τα σκόρπια γράμματα, τα βάζω στο κουτί.

Σε μια εβδομάδα επιστρέφει η οικογένεια.

Σκέφτομαι, να του τα δείξω;

.