Κυριακή, 30 Αυγούστου 2009

σχοινοβασία

.

Πίσω μου, στείρες αναμνήσεις και σπαράγματα ονείρων.

Μπροστά μου, μια απέραντη αμμουδιά χωρίς ούτε μια χρωματιστή ομπρέλα.

Κάνω να κοιτάξω πίσω και μού 'ρχεται μια σουβλιά κάπου εκεί κάτω απ' τον αφαλό και λίγο αριστερά, τι είν' εκεί, η σπλήνα μήπως; Κοιτάζω μπροστά και νιώθω τέτοια ερημιά που κόβεται η ανάσα μου, δεν με φτάνει ο αέρας ν' αναπνεύσω. Όπου και να στραφώ μονάχα πόνος.

Μένω λοιπόν εδώ, στη μέση, στο παρόν.

Σχοινοβατώ πάνω από μιαν άβυσσο.

Αδειάζω το μυαλό μου.

Εστιάζω το βλέμμα μου στο σχοινί - ούτε μπρος, ούτε πίσω.

Ίσως καλύτερα να κλείσω τα μάτια.

Μοιάζει πιο εύκολο έτσι.

.

Σάββατο, 22 Αυγούστου 2009

σκέψη για τη μοναξιά


Η μοναξιά δεν προέρχεται από τη μόνωση, αλλά από την αποξένωση.

Σάββατο, 15 Αυγούστου 2009

Τι είναι γάμος;

σιδερένια μπάλα με αλυσίδα

αφόρητη προβλεψιμότητα

ρούχα ξεβαμμένα στο πλυντήριο

βότσαλα λειασμένα από το κύμα

νυσταγμένοι οργασμοί το χάραμα

Πάντα σιχαινόμουν εκείνο το φρικτό τραγούδι του Μηλιώκα, το "ροζ".

Δυο χρώματα τόσο υπέροχα, τόσο έντονα, τόσο φωτεινά - λευκό και κόκκινο - να καταντήσουν ένα χλωμό, ομοιόμορφο, μονότονο, ξεπλυμένο ροζ! Δυο χρώματα διαφορετικά μεταξύ τους, με δική τους προσωπικότητα - να γίνουν ένα χρώμα, να εξομοιωθούν! Κι αυτό λέγεται πλούτος; Λέγεται κέρδος; Λέγεται ωρίμανση;

Παντα με διασκέδαζε να το παραφράζω σε:
"Πόσο άλλαξες, πόσο άλλαξα
τα όνειρά μου φούξια, τα όνειρά σου λαχανί
ρούχα μαζί που πλύθηκαν και γίνανε μουνί."
΄
Κρίμα στη φωνή της Αφροδίτης Μάνου.

Ευτυχώς υπάρχει κι εκείνο το άλλο τραγούδι, πάλι με την Αφροδίτη και τον Διονύση τον Σαββόπουλο.

Τετάρτη, 12 Αυγούστου 2009

παλιός εφιάλτης

[με αφορμή την ανάρτηση του Γιάννη]

Φέτος τα χριστούγεννα ο πατέρας μου θα κλείσει εφτά χρόνια πεθαμένος. Δεν μου λείπει καθόλου. Πάντα ήτανε είρων, ιδιότροπος, ισχυρογνώμων, ευέξαπτος. Με αγαπούσε πολύ, για τα δεδομένα του. Ήμουν η αδυναμία του. Ωστόσο είχε ελάχιστη ζεστασιά να δώσει.

Η σχέση μας ήτανε μια διαρκής σύγκρουση. Ευτυχώς είχα την τύχη να ζήσει πολλά χρόνια, να προλάβω να μεγαλώσω αρκετά ώστε να πάψω να τον συνερίζομαι. Ευτυχώς πρόλαβα να συμφιλιωθώ μαζί του όσο ζούσε, πρόλαβα να τον ευχαριστήσω για όσα μου είχε δώσει, πρόλαβα να του αναγνωρίσω πως έκανε ό,τι καλύτερο μπορούσε - όπως όλοι μας.

Τον είδα στον ύπνο μου ένα βράδυ. Ήμασταν, λέει, στο πατρικό μου σπίτι, πολύς κόσμος μαζεμένος, σόι, θειάδες, εξαδέλφες, οι πόρτες όλες ανοιχτές. Ήμουνα, λέει, στην κουζίνα, όταν ξαφνικά φάνηκε εκείνος. Ήτανε πεθαμένος - φως φανάρι. Η όψη του ήταν κάτασπρη. Πλησίασε προς το μέρος μου με τα χέρια απλωμένα. Με έκοψε κρύος ιδρώτας. Κοίταξα γύρω μου: μόνον εγώ τον έβλεπα. Όλοι οι άλλοι μιλούσαν και γελούσαν αμέριμνοι. Έκανα να μιλήσω, να φωνάξω, να τους πω - μα η φωνή δεν έβγαινε. Γύρισα και τον κοίταξα: ερχόταν καταπάνω μου αργά, αναπόφευκτα. Σκέφτηκα πως ήθελε να με πάρει μαζί του και πως εγώ δεν ήθελα να πάω - δεν πάει να ήταν και πατέρας μου, δεν πάει να ήτανε κι ο δαλάι λάμα. Θέλησα να τον σπρώξω, να τον κάνω πέρα.

Και μετά ξύπνησα, που λένε.

.

Σάββατο, 1 Αυγούστου 2009

κεφτέδες ετερόδοξοι

.

Σήμερα έφτιαξα κεφτεδάκια.

Εδώ που τα λέμε, δεν ήταν ακριβώς κεφτεδάκια.

Βαριέμαι φριχτά το τηγάνι. Από την άλλη, βαριέμαι και το ίδιο φαγητό συνέχεια. Κάθε εβδομάδα φτιάχνω μπιφτέκια. Ο μόνος τρόπος να φάει το παιδί κρέας. Είπα λοιπόν να κάνω μια παραλλαγή. Τα υλικά ήταν τα ίδια: κιμάς, βρεγμένο ψωμί, λιωμένο κρεμμύδι, μαϊντανός, αυγό, λάδι, αλάτι. Έβαλα και τριμμένο καρότο και κολοκύθι, για να τρώει το παιδί και λαχανικά, να γίνεται και πιο αφράτο το μείγμα. Πλάσαμε μικρά μπαλάκια μαζί με την κόρη μου, διασκεδάσαμε κυλώντας τα στο αλεύρι. Αντί όμως να τα ψήσω στη σχάρα, έριξα μισό δάχτυλο λάδι σε ένα ταψί, το άφησα στο φούρνο να κάψει καλά και τα έριξα μέσα.

Έμοιαζαν αρκετά με κεφτέδες. Άλλωστε όλα μια ιδέα είναι, σωστά; Τα γύρισα να κάνουν κρούστα κι απ' την άλλη. Για συνοδεία χυλοπίτες και σαλάτα μαρούλι. Όλα έμοιαζαν άψογα.

Το πράγμα στράβωσε από την αρχή. Εκείνος πείνασε νωρίς, εγώ και το παιδί ζωγραφίζαμε, δεν είχαμε όρεξη να φάμε. Άλλη φορά ίσως είχα πει οκέι, ας φάμε τώρα. Σήμερα όμως αποφάσισα πως δεν χρειάζεται. Όποιος πεινάει, τρώει. Κατέβασε μούτρα.
- Δε μου αρέσει να τρώω μόνος μου.
- Βάλε ένα πιάτο κι έλα στο σαλόνι να μας κάνεις παρέα.
Ξύνισε κι άλλο τα μούτρα του.
- Προτιμώ να περιμένω.

Αυτή η μανία να τρώει πάντα όλη η οικογένεια μαζί, με πνίγει. Όλοι οι φίλοι μου όταν το ακούνε ενθουσιάζονται. Συσφίγγει, λέει, τους δεσμούς. Ναι, τους συσφίγγει, μέχρις ασφυξίας. Ας πάρουμε και καμμιά ανάσα! Ας τρώμε μαζί, ας είμαστε ελεύθεροι όμως καμμιά φορά να φάμε και χώρια!

Μια ζωή θυμάμαι το οικογενειακό τραπέζι, πρωί μεσημέρι βράδυ, πάντοτε οι τρεις μας: ο πατέρας μου, η μάνα μου, εγώ. Το καθετί ήταν πάντα στη θέση του, αμετακίνητο: πιάτα, μαχαιροπήρουνα, πετσέτες, το μπουκάλι με το παγωμένο νερό. Το καθετί είχε τη σειρά του. Τρώγαμε όλοι μαζί, περιμένοντας ο ένας τον άλλον. Εγώ πάντα αργούσα να τελειώσω και πάντα με έπιανε αγωνία, δεν μου άρεσε να τρώω μόνον εγώ και οι άλλοι να με περιμένουν. Μετά το φαγητό το μαρτύριο συνεχιζόταν: ερχόταν το φρούτο. Άλλα πιάτα, άλλα μαχαιροπήρουνα, άλλο νερό, άλλη ιεροτελεστία. Πρέπει να είχα κλείσει τα δεκαπέντε πια όταν άρχισα να σηκώνομαι από το τραπέζι πριν τελειώσουμε - τουλάχιστον την ώρα του φρούτου.

Τελειώσαμε τη ζωγραφιά μας. Μισή ώρα αργότερα καθήσαμε όλοι μαζί στο τραπέζι. Μου έδωσε να σερβίρω πρώτα το πιάτο του παιδιού, μετά το δικό μου, τελευταίο το δικό του. Με την πρώτη μπουκιά το στόμα του σφίχτηκε. Δεν είπε τίποτα, συνέχισε να τρώει με εκείνο εκεί το ύφος "πάλι δεν τρώγεται, αλλά θα κάνω πως δεν το κατάλαβα". Δοκίμασα έναν κεφτέ. Μου φάνηκε ωραιότατος. Η μικρή βούτηξε το πηρούνι στις χυλοπίτες.
- Μμμμμ, τι ωραίο φαγητό!
- Ωραίο, έτσι; Κι εμένα μ' αρέσει!
- Ωραίοι οι κεφτέδες!
- Ναι, είδες πώς μας πέτυχαν;
Εκείνος δεν σταύρωσε κουβέντα.

Το ξέρω αυτό το ύφος. Το έχω σιχαθεί δεκαπέντε χρόνια τώρα. Είσαι άχρηστη, δεν ξέρεις να μαγειρεύεις, δεν κάνεις για νοικοκυρά, δεν είσαι γυναίκα εσύ, μα τι να κάνω, κάνω υπομονή, αφού δεν είσαι άξια για παραπάνω...

Όλη η ώρα στο τραπέζι πέρασε έτσι. Στο τέλος τον ρώτησα:
- Πώς σου φάνηκε το φαγητό;
Κόμπιασε.
Απάντησε αργά, με τόνο φωνής "προσπαθώ να μην σε προσβάλλω":
- Κάπως πολύ λαδερό για το γούστο μου. Έριξες παραπάνω λάδι στα μπιφτέκια;
- Δεν είναι ακριβώς μπιφτέκια. Ήθελα να κάνω κεφτέδες, αλλά για να γλιτώσω το μπελά του τηγανιού, είπα να τους κάνω στο φούρνο.
- Α!
Χαμογελώ.
- Σε μπέρδεψα, έτσι;
Καχύποπτο βλέμμα.
- Έβαλες δυόσμο;
Αυτή η ερώτηση με εκνευρίζει. Για εκείνον, δεν υπάρχει μέση οδός: υπάρχουν μπιφτέκια, υπάρχουν κεφτέδες. Τα μπιφτέκια έχουν μαϊντανό, οι κεφτέδες έχουν δυόσμο. Κεφτέδες με μαϊντανό; Αδιανόητο.
- Όχι, έβαλα μαϊντανό.
Παύση.
- Κοίτα να δεις, εγώ δεν κολλάω στις συνταγές. Αυτοσχεδιάζω. Αφού το ξέρεις. Άμα δε θες να τα πεις κεφτέδες, μην τα λες. Πες τα μπιφτέδες. Πες τα κεφτέκια. Πες τα όπως θες. Είναι κιμάς ζυμωμένος με διάφορα και ψημένος στο φούρνο σε ένα ταψί με λάδι.
Παύση.
- Σκέφτηκα πως θα ήταν πιο ελαφρύ έτσι παρά στο τηγάνι.
- Μη νομίζεις. Έτσι ρουφάει περισσότερο λάδι. Γιατί μένει μέσα στο λάδι. Ενώ στο τηγάνι, το λάδι είναι καυτό, κάνει κρούστα ο κεφτές, τον βγάζεις αμέσως, δεν προλαβαίνει να ρουφήξει.
Οφείλω να παραδεχτώ πως έχει δίκιο.
Παρόλα αυτά, εμένα μου άρεσαν.

Μαζεύω τα πιάτα.
- Οπωσδήποτε ήταν ένα ενδιαφέρον πείραμα.

Κανείς δεν γελάει με το χιούμορ μου.

Την άλλη φορά θα κάνω σνίτσελ.

Στο τηγάνι.

.