Κυριακή, 26 Ιουλίου 2009

...

...

...τόσο κράτησε.

.

Παρασκευή, 24 Ιουλίου 2009

επάνοδος

.

Εχτές γύρισε η οικογένεια από τις διακοπές.

Άργησα να αναγνωρίσω τον άντρα μου. Το πρώτο που με ξάφνιασε ήταν πως μου φάνηκε όμορφος. Τι στην ευχή, δεν είχε περάσει και τόσος πολύς καιρός πια!

Το δεύτερο που με ξάφνιασε ήταν πως αποζητούσα τα φιλιά του.

Το βράδυ στο κρεβάτι κοιταχτήκαμε διψασμένοι. Είχα χρόνια να εξερευνήσω το σώμα του. Ήξερα πως είχε αλλάξει, όπως και το δικό μου, αλλά δεν ειχα ψηλαφήσει τις αλλαγές. Άπλωσε το χέρι στα μαλλιά μου.

- Μοιάζουν με κύματα της θάλασσας.

Μα πού ήταν κρυμμένος τόσα χρόνια;

Πρώτη φορά, εδώ και πολύ καιρό, δεν με πείραζε να κάνουμε έρωτα με το φως αναμμένο. Ήθελα να τον ανακαλύψω πάλι.

Έκανε ζέστη.

Ύστερα, χυμένη στο μαξιλάρι, του είπα:

- Νιώθω το σώμα μου να έχει ξεχειλώσει. Ξέρω από καιρό πως μεγαλώνω, έχω πάρει κιλά, τα ξέρω αυτά, όμως τώρα λες και τα είδα όλα μονομιάς, χαλάρωση, κοιλιά, κυτταρίτιδα. Λες και ξεφύτρωσαν σε μια νύχτα.

Με κοίταξε σκεφτικός.

- Και οι δύο έχουμε χαλαρώσει. Τα χρόνια περνάνε. Μπαταλέψαμε.

Με αγκάλιασε από τη μέση.

- Μου αρέσει το σώμα σου. Μου αρέσει όπως μεγαλώνεις. Μου αρέσει γιατί το γνωρίζω, το αγαπώ, μου δίνει απόλαυση.

Μα πού στην ευχή κρυβότανε τόσον καιρό;

- Είσαι θησαυρός.

Όσο κρατήσει.

.

Παρασκευή, 17 Ιουλίου 2009

Το γαλάζιο κουτί

.

Είμαι μόνη στο σπίτι. Η οικογένεια λείπει σε διακοπές κι εγώ δουλεύω. Τώρα που λείπουν όλοι, βρήκα ευκαιρία να συμμαζέψω όλα όσα ποτέ δεν προλάβαινα. Καθάρισα την αποθήκη, άδειασα το πατάρι, τακτοποίησα τα πάνω ράφια της ντουλάπας.

Εκεί στο τελευταίο ράφι βρήκα το γαλάζιο κουτί.

Το καπάκι του είχε βελούδινη υφή.

Καθώς το άνοιγα κάτι αναδεύτηκε στη μνήμη μου.

Πάνω-πάνω ένα παλιό περιοδικό με τον Σην Κόννερυ στο εξώφυλλο, ναι, ναι, Σην, όχι Σων, έτσι τον ξέραμε εμείς τότε, τώρα μας έπιασε μανία με την ορθοέπεια, Σων από εδώ, Ρέιγκαν από εκεί, Λιουίνσκι παραπέρα, σιγά τα ωά, μήπως οι άγγλοι και οι αμερικάνοι προφέρουν σωστά τα δικά μας ονόματα;

Από κάτω κάτι αφίσες κινηματογραφικές, Μπάρρυ Λύντον, η Ναστάζια Κίνσκι στην Αγριόγατα, ο Φερνάντο Ρέυ, η Λίζα Μινέλι, Λίζα, όχι Λάιζα, άντε πια με την τόση αγγλομάθεια, σιγά μη στάξει η ουρά του γαϊδάρου, τα ρώσικα και τα ολλανδικά που τα σκοτώνουμε δεν ιδρώνει κανενός το αυτί, μόνο για τα αγγλικά κοπτόμεθα, λες και τα μιλούσαμε και στο χωριό μας.

Αποκόμματα περιοδικών, παλιές καρτ ποστάλ, κι ένα ντοσιέ σκούρο μπλε με χρυσά αστέρια.

Κάτι μου γδέρνει το λαιμό.

Λύνω το κορδόνι, ανοίγω το ντοσιέ.

Είναι εδώ, όπως τα έχωσα πριν τόσα χρόνια, πόσα χρόνια; Επτά, οκτώ, δέκα; Μια φωτογραφία του από το πρώτο μας καλοκαίρι, πριν κόψει τα μαλλιά του, καστανές μπούκλες ως τους ώμους, και πίσω μια άδεια παραλία. Είχαμε περπατήσει ώρες για να φτάσουμε από το κοντινότερο χωριό, φορτωμένοι νερό, τρόφιμα και τη σκηνή. Τρεις μέρες μείναμε εκεί. Ημασταν οι δυο μας, ψυχή δεν φάνηκε. Οι δυο μας και τα κύματα.

Όταν τελείωσαν οι προμήθειες γυρίσαμε στο χωριό. Πέντε ώρες πορεία. Ψάξαμε για δωμάτιο. Ντους και ξάπλα. Εκείνον τον πήρε αμέσως ο ύπνος. Έμεινα να τον κοιτάζω στο φως το μεσημεριού. Μελαχρινό κορμί σε άσπρα σεντόνια. Οι μπούκλες χυμένες στο μαξιλάρι.

Λαχταρούσα να τον βγάλω φωτογραφία, αλλά φοβόμουν πως αν σηκωθώ θα τον ξυπνήσω. Τον κοίταξα τόση ώρα ώστε η εικόνα αποτυπώθηκε στη μνήμη μου. Ακόμη και τώρα, δεκαεφτά χρόνια μετά, η φωτογραφία που δεν τράβηξα βρίσκεται εκεί, σε μια γωνιά του μυαλού μου. Έχει ξεθωριάσει λίγο, τα χρώματα έχουν κόψει, οι άκρες της έχουν ξεφτίσει, αλλά διακρίνεται ακόμη καθαρά.

Πόσο νέοι ήμασταν τότε.

Και κάτω από την φωτογραφία, τα γράμματα. Ερωτικά γράμματα από τον άντρα μου, για φαντάσου! Τα γράμματα που μου έστειλε μετά τον πρώτο μας χωρισμό. Γράμματα, τηλέφωνα, κουδούνια στη μέση της νύχτας. Τον έβγαζα από την πόρτα και ξανάμπαινε από το παράθυρο. Η επιμονή του ήταν εξοργιστική, αλλά και κολακευτική μαζί.

Ατελείωτες συζητήσεις, καυγάδες, διαπραγματεύσεις.

Και πάντα καταλήγαμε να κυλιόμαστε στο πάτωμα ή στον καναπέ, να παλεύουμε, να δαγκωνόμαστε, να κάνουμε έρωτα οργισμένα και απελπισμένα. Και ύστερα μια ανακούφιση, σαν μόλις να είχαμε σωθεί από θανάσιμο κίνδυνο.

Να κι ένα δικό μου γράμμα. Δεν του το έστειλα ποτέ. Έστειλα δεκάδες γράμματα, γεμάτα παράπονα, θυμό, κατηγορίες. Αυτό, όμως, δεν το έστειλα. Ίσως γιατί δεν άντεχα να του πω ότι τον αγαπούσα.

Μαζεύω ξανά τα σκόρπια γράμματα, τα βάζω στο κουτί.

Σε μια εβδομάδα επιστρέφει η οικογένεια.

Σκέφτομαι, να του τα δείξω;

.