Πέμπτη, 10 Φεβρουαρίου 2011

σκίρτημα

Χτες το βράδυ είδα έναν άντρα.

Στον ύπνο μου.

Ήταν ένας άντρας που είχα ποθήσει κάποτε, παλιά. Ένα αγόρι θα έπρεπε να πω, αφού τότε ήμασταν δυο έφηβοι. Τώρα όμως είναι άντρας. Τον είχα δει και τότε στον ύπνο μου, τότε όμως φτάσαμε μόνο να κρατηθούμε από το χέρι, γυμνοί και οι δύο, όρθιοι στη μέση ενός άγνωστου δωματίου. Με πήρε από το χέρι και με οδήγησε κάπου, άγνωστο πού. Τα όνειρά μας φτάνουν ίσαμε κει που φτάνουν και οι γνώσεις μας, κι εγώ τότε δεν ήξερα πού οδηγούν αυτά τα πάθη. Δεν είχα παραστάσεις ούτε πληροφορίες, φαντάσου, δεκάξι χρονών κοπέλα.

Τώρα τον είδα όπως είναι σήμερα, αγκαλιαστήκαμε και σμίξαμε, κυλιστήκαμε στο πάτωμα πίσω από έναν καναπέ, τον ένιωσα πάνω μου όπως νιώθει τον άντρα μια γυναίκα. Με ήθελε όπως θέλω να με θέλει. Ύστερα όλα βούλιαξαν σ' ένα παχύ, παρήγορο σκοτάδι.

Σηκώθηκα βυθισμένη ακόμη σε κείνο το μαλακό σκοτάδι, σαν πουπουλένιο στρώμα. Όταν ήμουν μικρή, πηγαίναμε συχνά σ' ένα γειτονικό σπίτι όπου υπήρχε ένα πουπουλένιο στρώμα. Οι γειτονοπούλες που έμεναν εκεί, μεγαλύτερες από μένα, με πετούσαν πάνω στο στρώμα γελώντας κι εγώ βούλιαζα μέσα, χανόμουν, ήταν μια αίσθηση τρομακτική και ηδονική ταυτόχρονα. Τώρα που το σκέφτομαι βέβαια, αποκλείεται το στρώμα να ήταν πουπουλένιο, μάλλον θα ήταν το πάπλωμα, αλλά για τα λιγοστά μου χρόνια ήταν τόσο παχύ όσο ένα στρώμα. Όπως και να έχει, στη μνήμη μου η αίσθηση παραμένει σαν μια λίμνη από μαλακά πούπουλα όπου μπορείς να βυθιστείς ως το κεφάλι, χωρίς να κινδυνεύεις να πνιγείς.

Σύρθηκα υπνοβατώντας στην κουζίνα, έβαλα το μπρίκι στο μάτι, έβγαλα το γάλα του παιδιού απ' το ψυγείο, ετοίμασα το κολατσιό του για το σχολείο. Το μυαλό μου ήταν ακόμη στο σκοτάδι. Δεν ξέρω τι με ξύπνησε, αν ήταν κάποιος ήχος ή μάλλον κάποια μυρωδιά - οι μυρωδιές ξυπνούν απότομα και απρόσμενα τη μνήμη. Πάντως τινάχτηκα άξαφνα σαν κάει να με σκούντησε, το όνειρο ζωντάνεψε απότομα και τα θυμήθηκα όλα, εκείνον, εμένα, τα κολλημένα κορμιά μας.

Είχα χρόνια να τον σκεφτώ, από πού ξεφύτρωσε; Και μάλιστα τώρα, τώρα που θαρρούσα πως ήμουν παράλυτη, να με βγάλει από τη νάρκη μου. Μου άρεσε τότε, παλιά, γιατί είχε κάτι το ζωώδες και κάτι το εγκεφαλικό μαζί - συνδυασμός που με αναστατώνει. Σώμα μυώδες, φαρδύ, τριχωτό, από κείνα που λίγο σε απωθούν και σε τρομάζουν, ενώ την ίδια ώρα ξεσηκώνουν κάτι βαθιά μέσα σου, κάτι πανάρχαιο και σαν ξεχασμένο και πανίσχυρο. Μάτια γαλήνια και λίγο γελαστά, με μια λάμψη ήρεμης ευφυΐας που διεγείρει το πνεύμα και κερδίζει την εμπιστοσύνη.

Εντυπώσεις βέβαια όλα αυτά, λογοτεχνικά φληναφήματα, κατά πάσα πιθανότητα είναι κι αυτός ένας κόπανος όπως και κάθε άλλος, αλλά τα όνειρα δεν κάνουν τέτοιες σκέψεις, τα όνειρα ζυμώνονται κρυφά τη νύχτα και μας κατακλύζουν, κοροϊδεύοντας τη σύνεση και τις εκλογικεύσεις.

Η επιφάνεια είναι ίδια. Κάτω από την επιφάνεια όμως κάτι άλλαξε. Εκεί που θαρρούσα πως υπήρχε μόνο το κενό, κάτι σκίρτησε. Τα ακρωτηριασμένα μέλη σαλεύουν.

Κοντεύει να μεσημεριάσει, πάω να μαγειρέψω.

Άλλη μιά μέρα πέρασε.

.

Δεν υπάρχουν σχόλια: