Δευτέρα 4 Απριλίου 2011

ανυπαρξία

Κάπως σα να μην είμ' εγώ.
Σα να ζω μια ζωή ξένη.
Η ζωή της άλλης που λένε.
Μόνο που εγώ είμαι η άλλη.

Είναι στιγμές που είμαι σαν καλά.
Σα να τα 'χω ξεχάσει όλα, λέει.
Μια ζωή κανονική.
Νοικοκυρεμένη.

Κι όχι πως μυρίζουν όλ' αυτά συμβιβασμό, όχι.
Μόνο σαν ξένα μοιάζουνε, σαν αλλουνού.
Λες και το πετσί μου είναι άδειο.
Σαν ξεραμένο ασκί.
Και όμως ζει.
Και καλοζεί.

Περίεργα πράματα.

Πέμπτη 10 Φεβρουαρίου 2011

σκίρτημα

Χτες το βράδυ είδα έναν άντρα.

Στον ύπνο μου.

Ήταν ένας άντρας που είχα ποθήσει κάποτε, παλιά. Ένα αγόρι θα έπρεπε να πω, αφού τότε ήμασταν δυο έφηβοι. Τώρα όμως είναι άντρας. Τον είχα δει και τότε στον ύπνο μου, τότε όμως φτάσαμε μόνο να κρατηθούμε από το χέρι, γυμνοί και οι δύο, όρθιοι στη μέση ενός άγνωστου δωματίου. Με πήρε από το χέρι και με οδήγησε κάπου, άγνωστο πού. Τα όνειρά μας φτάνουν ίσαμε κει που φτάνουν και οι γνώσεις μας, κι εγώ τότε δεν ήξερα πού οδηγούν αυτά τα πάθη. Δεν είχα παραστάσεις ούτε πληροφορίες, φαντάσου, δεκάξι χρονών κοπέλα.

Τώρα τον είδα όπως είναι σήμερα, αγκαλιαστήκαμε και σμίξαμε, κυλιστήκαμε στο πάτωμα πίσω από έναν καναπέ, τον ένιωσα πάνω μου όπως νιώθει τον άντρα μια γυναίκα. Με ήθελε όπως θέλω να με θέλει. Ύστερα όλα βούλιαξαν σ' ένα παχύ, παρήγορο σκοτάδι.

Σηκώθηκα βυθισμένη ακόμη σε κείνο το μαλακό σκοτάδι, σαν πουπουλένιο στρώμα. Όταν ήμουν μικρή, πηγαίναμε συχνά σ' ένα γειτονικό σπίτι όπου υπήρχε ένα πουπουλένιο στρώμα. Οι γειτονοπούλες που έμεναν εκεί, μεγαλύτερες από μένα, με πετούσαν πάνω στο στρώμα γελώντας κι εγώ βούλιαζα μέσα, χανόμουν, ήταν μια αίσθηση τρομακτική και ηδονική ταυτόχρονα. Τώρα που το σκέφτομαι βέβαια, αποκλείεται το στρώμα να ήταν πουπουλένιο, μάλλον θα ήταν το πάπλωμα, αλλά για τα λιγοστά μου χρόνια ήταν τόσο παχύ όσο ένα στρώμα. Όπως και να έχει, στη μνήμη μου η αίσθηση παραμένει σαν μια λίμνη από μαλακά πούπουλα όπου μπορείς να βυθιστείς ως το κεφάλι, χωρίς να κινδυνεύεις να πνιγείς.

Σύρθηκα υπνοβατώντας στην κουζίνα, έβαλα το μπρίκι στο μάτι, έβγαλα το γάλα του παιδιού απ' το ψυγείο, ετοίμασα το κολατσιό του για το σχολείο. Το μυαλό μου ήταν ακόμη στο σκοτάδι. Δεν ξέρω τι με ξύπνησε, αν ήταν κάποιος ήχος ή μάλλον κάποια μυρωδιά - οι μυρωδιές ξυπνούν απότομα και απρόσμενα τη μνήμη. Πάντως τινάχτηκα άξαφνα σαν κάει να με σκούντησε, το όνειρο ζωντάνεψε απότομα και τα θυμήθηκα όλα, εκείνον, εμένα, τα κολλημένα κορμιά μας.

Είχα χρόνια να τον σκεφτώ, από πού ξεφύτρωσε; Και μάλιστα τώρα, τώρα που θαρρούσα πως ήμουν παράλυτη, να με βγάλει από τη νάρκη μου. Μου άρεσε τότε, παλιά, γιατί είχε κάτι το ζωώδες και κάτι το εγκεφαλικό μαζί - συνδυασμός που με αναστατώνει. Σώμα μυώδες, φαρδύ, τριχωτό, από κείνα που λίγο σε απωθούν και σε τρομάζουν, ενώ την ίδια ώρα ξεσηκώνουν κάτι βαθιά μέσα σου, κάτι πανάρχαιο και σαν ξεχασμένο και πανίσχυρο. Μάτια γαλήνια και λίγο γελαστά, με μια λάμψη ήρεμης ευφυΐας που διεγείρει το πνεύμα και κερδίζει την εμπιστοσύνη.

Εντυπώσεις βέβαια όλα αυτά, λογοτεχνικά φληναφήματα, κατά πάσα πιθανότητα είναι κι αυτός ένας κόπανος όπως και κάθε άλλος, αλλά τα όνειρα δεν κάνουν τέτοιες σκέψεις, τα όνειρα ζυμώνονται κρυφά τη νύχτα και μας κατακλύζουν, κοροϊδεύοντας τη σύνεση και τις εκλογικεύσεις.

Η επιφάνεια είναι ίδια. Κάτω από την επιφάνεια όμως κάτι άλλαξε. Εκεί που θαρρούσα πως υπήρχε μόνο το κενό, κάτι σκίρτησε. Τα ακρωτηριασμένα μέλη σαλεύουν.

Κοντεύει να μεσημεριάσει, πάω να μαγειρέψω.

Άλλη μιά μέρα πέρασε.

.

Τρίτη 18 Ιανουαρίου 2011

Κυοφορία

Ο τάφος μοιάζει με μήτρα.

Έτσι όπως κείτομαι εδώ, σαν σπόρος μέσα στην αγκαλιά της γης, περιμένω.

Είναι ζεστά εδώ, και ήσυχα.

Περιμένω.

Τετάρτη 5 Ιανουαρίου 2011

ναυαγός

Κείτομαι δω, στην αμμουδιά όπου με ξέβρασε το κύμα.

Παράδερνα μέρες ολλές - τι λέω μέρες; βδομάδες, μήνες, χρόνια - και τώρα ησυχάζω.

Απ' το ναυάγιο δε θυμάμαι τίποτα - αυτά είναι έγνοιες των ζωντανών.

Δε νιώθω πόνο - οι νεκροί δεν πονούν.

Δε νιώθω μήτε χαρά. Μονάχα την άμμο και τα βότσαλα κάτωθέ μου.

Κανείς τριγύρω. Ένα βλυχαδάκι ερημικό, στην αγκαλιά των βράχων, μονάχα άμμος και βότσαλα - τίποτ' άλλο. Ησυχία.

Δε μου λείπει η ζωή.

Δε μου λείπει τίποτα. Οι νεκροί δε χρειάζονται τίποτα. Ούτε καν κόλλυβα και μοιρολόγια - αυτά είναι για τους ζωντανούς.

Τίποτα δε λαχταρώ, τίποτα δεν περιμένω.

Μονάχα κείτομαι δω.

Ησυχάζω.

Σάββατο 4 Δεκεμβρίου 2010

Κομμένο σχοινί

Το κομμένο σχοινί

μπορείς να το ξαναδέσεις

θα κρατήσει πάλι, ωστόσο

θα ‘ναι κομμένο.



Ίσως πάλι ν’ ανταμώσουμε

μα εκεί που μ’ άφησες

δεν πρόκειται ποτέ

να με ξαναβρείς.



Μπέρτολντ Μπρεχτ

Πέμπτη 3 Δεκεμβρίου 2009

λύτρωση

Προχτές εκεί που διάβαζα Τσίρκα, είχα μια φλασιά φοβερή, που με λύτρωσε μονομιάς από τα δεσμά που με κρατούσαν καθηλωμένη. Ή μάλλον, για ν' ακριβολογούμε, κοίταξα γύρω μου και είδα πως δεσμά ποτέ δεν υπήρξαν.
Τώρα απλώς τολμώ να είμαι ελεύθερη.
Η καριέρα μου σαν απονενοημένη νοικοκυρά μπορεί να πει κανείς πως τελείωσε. Επειδή όμως την αγάπησα τη νοικοκυρά μου, θα κρατήσω το προφίλ της, με νέα φωτογραφία. Την παλιά την ποστάρω εδώ σαν αναμνηστικό.
Μπορεί ν' αλλάξω και το όνομα στο προφίλ, μπορεί και κάποια άλλα πράγματα, δεν ξέρω ακόμη. Πάντως θα το κρατήσω, αν και δεν προβλέπω να υπογράφω πολύ συχνά σχόλια με αυτό το ψευδώνυμο. Ο χρόνος θα δείξει.
Τα τρία μπλογκ θα παραμείνουν ανοιχτά για ένα μήνα ακόμη, μέχρι την καινούρια χρονιά. Μετά θα κλείσουν. Δεν θα τα σβήσω, θα τα κάνω ιδιωτικά. Ποιος ξέρει, ίσως κάποτε θελήσω να τα ξαναδιαβάσω.
Τώρα γυρίζω σελίδα.

Δευτέρα 30 Νοεμβρίου 2009

πεθαμένα

.
.
Είδα στον ύπνο μου πως γέννησα ένα παιδί.
.
Ήμουν λέει μαζί με την κόρη μου σε ένα δωμάτιο νοσοκομείου που όμως είχε μονάχα ένα διπλό κρεβάτι μέσ' στη μέση. Ήμουν γυμνή. Η γυναικολόγος καθόταν στα πόδια του κρεβατιού. Ένιωσα έναν μικρό πόνο και ξάπλωσα ανάσκελα. Η κόρη μου πήγε απέναντί μου για να βλέπει καλύτερα. Έγειρε το κεφάλι λίγο δεξιά και συγκεντρώθηκε σ' αυτό που συνέβαινε.
.
Ένιωσα το κεφάλι του μωρού να παίρνει θέση. Έσπρωξα με δύναμη και βγήκε χωρίς καθόλου προσπάθεια. Δεν ένιωσα καθόλου πόνο. Σκέφτηκα, κοίτα να δεις ευκολία, έπρεπε να έχω κάνει πολλά παιδιά εδώ.
.
Δεν είδα το μωρό. Η γυναικολόγος το πήρε και το απομάκρυνε, για να το πλύνει, σκέφτηκα. Η κόρη μου ήρθε δίπλα μου. Τα μάτια της έλαμπαν. "Μαμά, καλά που μου είχες μιλήσει για όλα αυτά, έτσι τώρα κατάλαβα καλύτερα". Την αγκάλιασα, μπορεί και να βούρκωσα λίγο.
Το μωρό δεν έκλαιγε, δεν το άκουγα καθόλου. Παράξενο, σκέφτηκα. "Τι έγινε, πού είναι;" ρώτησα. Η γυναικολόγος με κοίταξε σοβαρή. "Λυπάμαι πολύ", μου είπε. Κατάλαβα.
.
Όλα μου τα παιδιά γεννιούνται νεκρά.
.
Δεξιά μου, πάνω στο κρεβάτι, είδα ξαφνικά μια χοντρή πράσιν κάμπια να καλπάζει πάνω στο κρεβάτι, όσο γρήγορα μπορεί τέλος πάντων να καλπάσει μια κάμπια. "Πάρτε την από δω", φώναξα, "πετάξτε την έξω!" Δεν με άκουγαν, ξαναφώναξα. Η κόρη μου έπιασε την κάμπια με τα δυο της δάχτυλα και την πέταξε κατά το παράθυρο. Κκάτι κλαδιά με πράσινα φύλλα έμπαιναν στο δωμάτιο. Η κάμπια αρπάχτηκε πάνω τους κάι βάλθηκε να ξαναγυρίσει κατά μέσα. "Φύγε", είπα ξέψυχα, "τράβα έξω, στο χορτάρι, στο πράσινο."
.
Έκλεισα τα μάτια και ξύπνησα.
.
Κοίταξα το ξυπνητήρι. Ήταν ακόμα τρεισίμιση. Ήξερα πως δεν θα ξανακοιμηθώ εύκολα, μα δεν σηκώθηκα. Έχω βάλει όρο στον εαυτό μου να μην σηκώνομαι τη νύχτα, όσες ώρες κι αν μένω ξύπνια. Η νύχτα είναι για ξεκούραση, για να ξαπλώνουμε στο κρεβάτι και να αναπαυόμαστε. Μεταχειρίζομαι τον εαυτό μου σαν κακομαθημένο παιδί που θέλει στρώσιμο.
Το ροχαλητό δε μ' άφηνε να κοιμηθώ. Σαν έχω αϋπνίες όλα μου φταίνε. Στριφογύρισα κάμποσο, παιδεύτηκα πολλή ώρα, τέλος αποκοιμήθηκα ξανά.
.
Είδα τον άντρα μου να σηκώνεται από το κρεβάτι. Ήτανε, λέει, πρωί. Με πλησίασε και με κοίταξε παράξενα. Άπλωσε το χέρι στα μαλλιά μου, τα τίναξε. "Εσύ, κυρά μου, είσαι γεμάτη ψείρες." Κοίταξα τα σεντόνια. Πράγματι, ήταν γεμάτα μικρά μαύρα ζωύφια που τρεχοβολούσαν δώθε κείθε. Ανατρίχιασα. "Κοίτα το παιδί, μην τυχόν έχει και κείνο." Σκέφτηκα τα σαμπουάν, τα ψιλά χτένια, το κούρεμα.
.
Έκλεισα πάλι τα μάτια, ξαναξύπνησα.
.
Ήταν ώρα να σηκωθώ, μα δεν άντεχα. Με κλειστά μάτια μούσκευα το μαξιλάρι. Ήταν ένα κλάμα γλυκό, απαλό, ήσυχο, σαν ψιλόβροχο.
.
Η ψυχή μου καθάρισε.
.