Τετάρτη 4 Οκτωβρίου 2017

Να μάθεις να φεύγεις

Από την ασφάλεια τρύπιων αγκαλιών.

Από χειραψίες που σε στοιχειώνουν.

Από την ανάμνηση μιας κάλπικης ευτυχίας.

Να φεύγεις !

Αθόρυβα, σιωπηλά, χωρίς κραυγές, μακρόσυρτους αποχαιρετισμούς.

Να μην παίρνεις τίποτα μαζί, ούτε ενθύμια, ούτε ζακέτες για το δρόμο.

Να τρέχεις μακριά από δήθεν καταφύγια κι ας έχει έξω και χαλάζι.

Να μάθεις να κοιτάς βαθιά στα μάτια όταν λες αντίο κι όχι κάτω ή το άπειρο.

Να εννοείς τις λέξεις σου, μην τις εξευτελίζεις, σε παρακαλώ.

Να μάθεις να κοιτάς την κλεψύδρα, να βλέπεις πως ο χρόνος σου τελείωσε.

Όχι αγκαλιές, γράμματα, αφιερώσεις, κάποτε θα ξανασυναντηθούμε αγάπη μου (όλα τα βράδια και τα τραγούδια δεν θα είναι ποτέ δικά σας).

Αποδέξου το.

Να αποχωρίζεσαι τραγούδια που αγάπησες, μέρη που περπάτησες.

Δεν έχεις τόση περιορισμένη φαντασία όσο νομίζεις.

Μπορείς να φτιάξεις ιστορίες ολοκαίνουριες, με ουρανό κι αλάτι.

Να θυμίζουν λίγο φθινόπωρο, πολύ καλοκαίρι κι εκείνη την απέραντη Άνοιξη.

Να φεύγεις από εκεί που δε σου δίνουν αυτά που χρειάζεσαι.

Από το δυσανάλογο, το μέτριο και το λίγο.

Να απαιτείς αυτό που δίνεις να το παίρνεις πίσω -δεν τους το χρωστάς.

Να μάθεις να σέβεσαι την αγάπη σου, το χρόνο σου και την καρδιά σου.

Μην πιστεύεις αυτά που λένε -η αγάπη δεν είναι ανεξάντλητη, τελειώνει.

Η καρδιά χαλάει, θα τη χτυπάς μια μέρα και δεν θα δουλεύει.

Να καταλάβεις πως οι δεύτερες ευκαιρίες είναι για τους δειλούς

-οι τρίτες για τους γελοίους.

Μην τρέμεις την αντιστοιχία λέξεων-εννοιών, να ονομάζεις σχέση τη σχέση, την κοροϊδία κοροϊδία.

Να μαλώνεις τον εαυτό σου καμιά φορά που κάθεται και κλαψουρίζει

-σαν μωρό κι εσύ κάθεσαι και του δίνεις γλειφιτζούρι μη και σου στεναχωρηθεί το βυζανιάρικο.

Να μάθεις να ψάχνεις για αγάπες που θυμίζουν Καζαμπλάνκα

- όχι συμβάσεις ορισμένου χρόνου

Και να μάθεις να φεύγεις από εκεί που ποτέ πραγματικά δεν υπήρξες.

Να φεύγεις κι ας μοιάζει να σου ξεριζώνουν το παιδί από τη μήτρα.

Να φεύγεις από όσα νόμισες γι’ αληθινά, μήπως φτάσεις κάποτε σ’ αυτά.




Μενέλαος Λουντέμης

Τετάρτη 4 Μαΐου 2011

άγος

Πώς να ξεπλύνεις το κακό, την αμαρτία, το άγος?

Μήτε φωτιά, μήτε νερό, μήτε θυσία φτάνει.

Όταν με τα ίδια σου τα χέρια ξερριζώνεις τα σπλάχνα σου,

γιατρειά δεν υπάρει μήτε συγχώρεση.

Εὐριπίδου "Μήδεια"

στ.36-39
ΤΡΟΦΟΣ
στυγεῖ δὲ παῖδας οὐδ΄ ὁρῶσ΄ εὐφραίνεται.
δέδοικα δ΄ αὐτὴν μή τι βουλεύσῃ νέον·
βαρεῖα γὰρ φρήν͵ οὐδ΄ ἀνέξεται κακῶς
πάσχουσ΄· ἐγᾦδα τήνδε

στ.96-98
ΜΗΔΕΙΑ
ἰώ͵
δύστανος ἐγὼ μελέα τε πόνων͵
ἰώ μοί μοι͵ πῶς ἂν ὀλοίμαν;

στ.113-115
ΜΗΔΕΙΑ
ὦ κατάρατοι
παῖδες ὄλοισθε στυγερᾶς ματρὸς
σὺν πατρί͵ καὶ πᾶς δόμος ἔῤῥοι.


Και χάθηκες, παιδί μου, από της μάνας σου το χέρι

και η κατάρα που έριξε σε σένα έπεσε όλη πάνω της.

Και χάθηκε το σπιτικό, η μάνα, ο πατέρας

μαζί με σένα, θεμέλιο λίθο της ζωής.

Πώς να έρθει το αύριο δίχως ρίζες στο χτες?

Δευτέρα 4 Απριλίου 2011

ανυπαρξία

Κάπως σα να μην είμ' εγώ.
Σα να ζω μια ζωή ξένη.
Η ζωή της άλλης που λένε.
Μόνο που εγώ είμαι η άλλη.

Είναι στιγμές που είμαι σαν καλά.
Σα να τα 'χω ξεχάσει όλα, λέει.
Μια ζωή κανονική.
Νοικοκυρεμένη.

Κι όχι πως μυρίζουν όλ' αυτά συμβιβασμό, όχι.
Μόνο σαν ξένα μοιάζουνε, σαν αλλουνού.
Λες και το πετσί μου είναι άδειο.
Σαν ξεραμένο ασκί.
Και όμως ζει.
Και καλοζεί.

Περίεργα πράματα.

Πέμπτη 10 Φεβρουαρίου 2011

σκίρτημα

Χτες το βράδυ είδα έναν άντρα.

Στον ύπνο μου.

Ήταν ένας άντρας που είχα ποθήσει κάποτε, παλιά. Ένα αγόρι θα έπρεπε να πω, αφού τότε ήμασταν δυο έφηβοι. Τώρα όμως είναι άντρας. Τον είχα δει και τότε στον ύπνο μου, τότε όμως φτάσαμε μόνο να κρατηθούμε από το χέρι, γυμνοί και οι δύο, όρθιοι στη μέση ενός άγνωστου δωματίου. Με πήρε από το χέρι και με οδήγησε κάπου, άγνωστο πού. Τα όνειρά μας φτάνουν ίσαμε κει που φτάνουν και οι γνώσεις μας, κι εγώ τότε δεν ήξερα πού οδηγούν αυτά τα πάθη. Δεν είχα παραστάσεις ούτε πληροφορίες, φαντάσου, δεκάξι χρονών κοπέλα.

Τώρα τον είδα όπως είναι σήμερα, αγκαλιαστήκαμε και σμίξαμε, κυλιστήκαμε στο πάτωμα πίσω από έναν καναπέ, τον ένιωσα πάνω μου όπως νιώθει τον άντρα μια γυναίκα. Με ήθελε όπως θέλω να με θέλει. Ύστερα όλα βούλιαξαν σ' ένα παχύ, παρήγορο σκοτάδι.

Σηκώθηκα βυθισμένη ακόμη σε κείνο το μαλακό σκοτάδι, σαν πουπουλένιο στρώμα. Όταν ήμουν μικρή, πηγαίναμε συχνά σ' ένα γειτονικό σπίτι όπου υπήρχε ένα πουπουλένιο στρώμα. Οι γειτονοπούλες που έμεναν εκεί, μεγαλύτερες από μένα, με πετούσαν πάνω στο στρώμα γελώντας κι εγώ βούλιαζα μέσα, χανόμουν, ήταν μια αίσθηση τρομακτική και ηδονική ταυτόχρονα. Τώρα που το σκέφτομαι βέβαια, αποκλείεται το στρώμα να ήταν πουπουλένιο, μάλλον θα ήταν το πάπλωμα, αλλά για τα λιγοστά μου χρόνια ήταν τόσο παχύ όσο ένα στρώμα. Όπως και να έχει, στη μνήμη μου η αίσθηση παραμένει σαν μια λίμνη από μαλακά πούπουλα όπου μπορείς να βυθιστείς ως το κεφάλι, χωρίς να κινδυνεύεις να πνιγείς.

Σύρθηκα υπνοβατώντας στην κουζίνα, έβαλα το μπρίκι στο μάτι, έβγαλα το γάλα του παιδιού απ' το ψυγείο, ετοίμασα το κολατσιό του για το σχολείο. Το μυαλό μου ήταν ακόμη στο σκοτάδι. Δεν ξέρω τι με ξύπνησε, αν ήταν κάποιος ήχος ή μάλλον κάποια μυρωδιά - οι μυρωδιές ξυπνούν απότομα και απρόσμενα τη μνήμη. Πάντως τινάχτηκα άξαφνα σαν κάει να με σκούντησε, το όνειρο ζωντάνεψε απότομα και τα θυμήθηκα όλα, εκείνον, εμένα, τα κολλημένα κορμιά μας.

Είχα χρόνια να τον σκεφτώ, από πού ξεφύτρωσε; Και μάλιστα τώρα, τώρα που θαρρούσα πως ήμουν παράλυτη, να με βγάλει από τη νάρκη μου. Μου άρεσε τότε, παλιά, γιατί είχε κάτι το ζωώδες και κάτι το εγκεφαλικό μαζί - συνδυασμός που με αναστατώνει. Σώμα μυώδες, φαρδύ, τριχωτό, από κείνα που λίγο σε απωθούν και σε τρομάζουν, ενώ την ίδια ώρα ξεσηκώνουν κάτι βαθιά μέσα σου, κάτι πανάρχαιο και σαν ξεχασμένο και πανίσχυρο. Μάτια γαλήνια και λίγο γελαστά, με μια λάμψη ήρεμης ευφυΐας που διεγείρει το πνεύμα και κερδίζει την εμπιστοσύνη.

Εντυπώσεις βέβαια όλα αυτά, λογοτεχνικά φληναφήματα, κατά πάσα πιθανότητα είναι κι αυτός ένας κόπανος όπως και κάθε άλλος, αλλά τα όνειρα δεν κάνουν τέτοιες σκέψεις, τα όνειρα ζυμώνονται κρυφά τη νύχτα και μας κατακλύζουν, κοροϊδεύοντας τη σύνεση και τις εκλογικεύσεις.

Η επιφάνεια είναι ίδια. Κάτω από την επιφάνεια όμως κάτι άλλαξε. Εκεί που θαρρούσα πως υπήρχε μόνο το κενό, κάτι σκίρτησε. Τα ακρωτηριασμένα μέλη σαλεύουν.

Κοντεύει να μεσημεριάσει, πάω να μαγειρέψω.

Άλλη μιά μέρα πέρασε.

.

Τρίτη 18 Ιανουαρίου 2011

Κυοφορία

Ο τάφος μοιάζει με μήτρα.

Έτσι όπως κείτομαι εδώ, σαν σπόρος μέσα στην αγκαλιά της γης, περιμένω.

Είναι ζεστά εδώ, και ήσυχα.

Περιμένω.

Τετάρτη 5 Ιανουαρίου 2011

ναυαγός

Κείτομαι δω, στην αμμουδιά όπου με ξέβρασε το κύμα.

Παράδερνα μέρες ολλές - τι λέω μέρες; βδομάδες, μήνες, χρόνια - και τώρα ησυχάζω.

Απ' το ναυάγιο δε θυμάμαι τίποτα - αυτά είναι έγνοιες των ζωντανών.

Δε νιώθω πόνο - οι νεκροί δεν πονούν.

Δε νιώθω μήτε χαρά. Μονάχα την άμμο και τα βότσαλα κάτωθέ μου.

Κανείς τριγύρω. Ένα βλυχαδάκι ερημικό, στην αγκαλιά των βράχων, μονάχα άμμος και βότσαλα - τίποτ' άλλο. Ησυχία.

Δε μου λείπει η ζωή.

Δε μου λείπει τίποτα. Οι νεκροί δε χρειάζονται τίποτα. Ούτε καν κόλλυβα και μοιρολόγια - αυτά είναι για τους ζωντανούς.

Τίποτα δε λαχταρώ, τίποτα δεν περιμένω.

Μονάχα κείτομαι δω.

Ησυχάζω.

Σάββατο 4 Δεκεμβρίου 2010

Κομμένο σχοινί

Το κομμένο σχοινί

μπορείς να το ξαναδέσεις

θα κρατήσει πάλι, ωστόσο

θα ‘ναι κομμένο.



Ίσως πάλι ν’ ανταμώσουμε

μα εκεί που μ’ άφησες

δεν πρόκειται ποτέ

να με ξαναβρείς.



Μπέρτολντ Μπρεχτ

Πέμπτη 3 Δεκεμβρίου 2009

λύτρωση

Προχτές εκεί που διάβαζα Τσίρκα, είχα μια φλασιά φοβερή, που με λύτρωσε μονομιάς από τα δεσμά που με κρατούσαν καθηλωμένη. Ή μάλλον, για ν' ακριβολογούμε, κοίταξα γύρω μου και είδα πως δεσμά ποτέ δεν υπήρξαν.
Τώρα απλώς τολμώ να είμαι ελεύθερη.
Η καριέρα μου σαν απονενοημένη νοικοκυρά μπορεί να πει κανείς πως τελείωσε. Επειδή όμως την αγάπησα τη νοικοκυρά μου, θα κρατήσω το προφίλ της, με νέα φωτογραφία. Την παλιά την ποστάρω εδώ σαν αναμνηστικό.
Μπορεί ν' αλλάξω και το όνομα στο προφίλ, μπορεί και κάποια άλλα πράγματα, δεν ξέρω ακόμη. Πάντως θα το κρατήσω, αν και δεν προβλέπω να υπογράφω πολύ συχνά σχόλια με αυτό το ψευδώνυμο. Ο χρόνος θα δείξει.
Τα τρία μπλογκ θα παραμείνουν ανοιχτά για ένα μήνα ακόμη, μέχρι την καινούρια χρονιά. Μετά θα κλείσουν. Δεν θα τα σβήσω, θα τα κάνω ιδιωτικά. Ποιος ξέρει, ίσως κάποτε θελήσω να τα ξαναδιαβάσω.
Τώρα γυρίζω σελίδα.

Δευτέρα 30 Νοεμβρίου 2009

πεθαμένα

.
.
Είδα στον ύπνο μου πως γέννησα ένα παιδί.
.
Ήμουν λέει μαζί με την κόρη μου σε ένα δωμάτιο νοσοκομείου που όμως είχε μονάχα ένα διπλό κρεβάτι μέσ' στη μέση. Ήμουν γυμνή. Η γυναικολόγος καθόταν στα πόδια του κρεβατιού. Ένιωσα έναν μικρό πόνο και ξάπλωσα ανάσκελα. Η κόρη μου πήγε απέναντί μου για να βλέπει καλύτερα. Έγειρε το κεφάλι λίγο δεξιά και συγκεντρώθηκε σ' αυτό που συνέβαινε.
.
Ένιωσα το κεφάλι του μωρού να παίρνει θέση. Έσπρωξα με δύναμη και βγήκε χωρίς καθόλου προσπάθεια. Δεν ένιωσα καθόλου πόνο. Σκέφτηκα, κοίτα να δεις ευκολία, έπρεπε να έχω κάνει πολλά παιδιά εδώ.
.
Δεν είδα το μωρό. Η γυναικολόγος το πήρε και το απομάκρυνε, για να το πλύνει, σκέφτηκα. Η κόρη μου ήρθε δίπλα μου. Τα μάτια της έλαμπαν. "Μαμά, καλά που μου είχες μιλήσει για όλα αυτά, έτσι τώρα κατάλαβα καλύτερα". Την αγκάλιασα, μπορεί και να βούρκωσα λίγο.
Το μωρό δεν έκλαιγε, δεν το άκουγα καθόλου. Παράξενο, σκέφτηκα. "Τι έγινε, πού είναι;" ρώτησα. Η γυναικολόγος με κοίταξε σοβαρή. "Λυπάμαι πολύ", μου είπε. Κατάλαβα.
.
Όλα μου τα παιδιά γεννιούνται νεκρά.
.
Δεξιά μου, πάνω στο κρεβάτι, είδα ξαφνικά μια χοντρή πράσιν κάμπια να καλπάζει πάνω στο κρεβάτι, όσο γρήγορα μπορεί τέλος πάντων να καλπάσει μια κάμπια. "Πάρτε την από δω", φώναξα, "πετάξτε την έξω!" Δεν με άκουγαν, ξαναφώναξα. Η κόρη μου έπιασε την κάμπια με τα δυο της δάχτυλα και την πέταξε κατά το παράθυρο. Κκάτι κλαδιά με πράσινα φύλλα έμπαιναν στο δωμάτιο. Η κάμπια αρπάχτηκε πάνω τους κάι βάλθηκε να ξαναγυρίσει κατά μέσα. "Φύγε", είπα ξέψυχα, "τράβα έξω, στο χορτάρι, στο πράσινο."
.
Έκλεισα τα μάτια και ξύπνησα.
.
Κοίταξα το ξυπνητήρι. Ήταν ακόμα τρεισίμιση. Ήξερα πως δεν θα ξανακοιμηθώ εύκολα, μα δεν σηκώθηκα. Έχω βάλει όρο στον εαυτό μου να μην σηκώνομαι τη νύχτα, όσες ώρες κι αν μένω ξύπνια. Η νύχτα είναι για ξεκούραση, για να ξαπλώνουμε στο κρεβάτι και να αναπαυόμαστε. Μεταχειρίζομαι τον εαυτό μου σαν κακομαθημένο παιδί που θέλει στρώσιμο.
Το ροχαλητό δε μ' άφηνε να κοιμηθώ. Σαν έχω αϋπνίες όλα μου φταίνε. Στριφογύρισα κάμποσο, παιδεύτηκα πολλή ώρα, τέλος αποκοιμήθηκα ξανά.
.
Είδα τον άντρα μου να σηκώνεται από το κρεβάτι. Ήτανε, λέει, πρωί. Με πλησίασε και με κοίταξε παράξενα. Άπλωσε το χέρι στα μαλλιά μου, τα τίναξε. "Εσύ, κυρά μου, είσαι γεμάτη ψείρες." Κοίταξα τα σεντόνια. Πράγματι, ήταν γεμάτα μικρά μαύρα ζωύφια που τρεχοβολούσαν δώθε κείθε. Ανατρίχιασα. "Κοίτα το παιδί, μην τυχόν έχει και κείνο." Σκέφτηκα τα σαμπουάν, τα ψιλά χτένια, το κούρεμα.
.
Έκλεισα πάλι τα μάτια, ξαναξύπνησα.
.
Ήταν ώρα να σηκωθώ, μα δεν άντεχα. Με κλειστά μάτια μούσκευα το μαξιλάρι. Ήταν ένα κλάμα γλυκό, απαλό, ήσυχο, σαν ψιλόβροχο.
.
Η ψυχή μου καθάρισε.
.

Τετάρτη 25 Νοεμβρίου 2009

ανάπαυλα

Εδώ και κάνα δυο μήνες δεν νιώθω πια. Θέλω να πω, κάτι νιώθω, μα όχι όπως πριν. Καμμιά σχέση. Δεν ονειρεύομαι, δεν ποθώ, δεν πονώ. Δεν φοβάμαι τίποτα και δεν ελπίζω τίποτα, αλλά δεν είμαι λεύτερη. Αν αυτό είναι η ελευθερία, να μένει το βύσσινο.

Δεν πονώ βέβαια, είναι κι αυτό κάτι. Αν μου πεις να ξαναγυρίσω εκεί που ήμουν πριν, με τίποτα. Καλύτερα έτσι. Κι άλλωστε μπορώ πάντα να ελπίσω πως κάτι θ' αλλάξει.

Δεν είμαι απελπισμένη όμως, όχι. Είμαι χωρίς ελπίδα. Μετέωρη.

Ζωή συμβατική, συμβιβασμένη, τίποτα απ' όσα ονειρεύτηκα ή φαντάστηκα μικρή, και λοιπόν; Παλιά ασφυκτιούσα, τώρα πια όχι. Δεν με ενδιαφέρει. Πάει να πει, κι από την άλλη μεριά πάλι χορτάρι υπάρχει, άσε που μπορεί να είναι και ξερό, πού να ξεκουβαλιόμαστε τώρα, υπάρχει λόγος;

Τα όνειρα είναι για τους νέους.

Για τους μεγάλους, η ξεκούραση.

.

Τετάρτη 18 Νοεμβρίου 2009

χρώματα

.

Πάνε κάνα δυο εβδομάδες από τότε. Μια παρέα παλιών φίλων κανόνισε συνάντηση. Είχα να τους δω χρόνια. Ήταν ευκαιρία. Θα έμενα στο σπίτι της Άλκηστης. Παραπάνω κι από φίλη: αδελφή. Όταν της το είπα, η φωνή της με αγκάλιασε. Σε περιμένω.

Είχα πάνω από δυο χρόνια να ανέβω. Από τότε που χωρίσαμε, και πιο πριν ακόμη. Στην πόλη σου. Να πάρω εκείνο το ίδιο τραίνο, εκείνη την ίδια ώρα, να βγω σε κείνο τον ίδιο σταθμό, να περάσω εκείνους τους ίδιους δρόμους. Η πόλη μας.

Δίστασα μια στιγμή μονάχα. Μετά έσφιξα το χερούλι της βαλίτσας κι ανέβηκα.

Ήταν σαν τίποτα. Μήτε πόνος, μήτε θλίψη, μήτε νοσταλγία. Έτσι. Ένα τραίνο, λίγο βρώμικο, γεμάτο φαντάρους. Όπως παλιά. Πολύ παλιά. Τότε που ήμουν ακόμα παιδί. Πήγα να πω, τότε που ήμουν νέα. Τι νέα. Παιδί ήμουν. Είκοσι χρονώ. Τότε που εσύ δεν υπήρχες ακόμη ούτε σαν σκέψη στη ζωή μου.

Ξαναβρήκα την πόλη μου. Τη δική μου. Όπως παλιά. Τάβλι στα καφενεία, βόλτα στην παραλία, μπαρότσαρκα τα βράδια. Η θάλασσα ένα βρώμικο γκρίζο. Και γύρω οι φίλοι, εκείνοι από παλιά. Και το πρωί καφές και κουλούρι σουσαμένιο στο μαγαζί της Άλκηστης.

Μετά τον καφέ γύρισα σπίτι να κάνω μπάνιο. Εκείνη είχε δουλειά. Δώσαμε ραντεβού το μεσημέρι στο ουζερί τού Νικόλα. Όπως παλιά. Ξάπλωσα λίγο. Ησυχία. Τίποτα. Κανείς. Τεντώθηκα μαχμουρλίδικα, γύρισα απ' την άλλη. Ελευθερία. Σηκώθηκα με το πάσο μου, ντύθηκα απλά και άνετα, μόνο στολίδι οι μεγάλοι ροζ ξύλινοι κρίκοι στ' αυτιά. Είχα κέφια. Μέσα στο ασανσέρ κοιτάχτηκα στον καθρέφτη.

Μια σκέψη με ξάφνιασε:

Είμαι όμορφη.

Κοιτάχτηκα ξανά.

Τι όμορφη που είμαι!

Πού είχε πάει η γερασμένη γυναίκα που αντίκριζα στον καθρέφτη ίσαμε χτες; Φευγάτη. Αντίο. Όσο ήσουν στη ζωή μου, έβλεπα στον καθρέφτη την ομορφότερη του κόσμου. Όταν έφυγες, έβλεπα μια τσακισμένη μεσόκοπη γυναίκα. Σήμερα βλέπω εμένα.

Πού ήταν τα βάρη που σήκωνα; Φευγάτα. Μαγεία. Μην το σκέφτεσαι. Είσαι όμορφη, η μέρα είναι όμορφη, είσαι με φίλους, σε αγαπάνε. Είσαι όμορφη. Όμορφη.

Κατηφόρισα τον πεζόδρομο με της καφετέριες, χώθηκα στα στενά. Βιτρίνες με κοσμήματα, ρούχα, βιβλία. Σε μια γωνιά, ψηλά, κρέμεται ένα μπουκέτο χρώματα. Είναι για μένα. Ξέρω πώς είναι για μένα. Μπαίνω στο μαγαζί. Ινδικές φούστες, καπέλα απ' το Νεπάλ, μυρίζει σανταλόξυλο. Μου κατεβάζει το μπουφάν. Το δοκιμάζω. Τέλειο.



Χώνω στη σακούλα την παλιά μου γκαμπαρντίνα και τη ζακέτα. Φεύγω φορώντας τα χρώματα. Όμορφη.

.

Τετάρτη 11 Νοεμβρίου 2009

μπαλονάκι

.

Σήμερα μου ήρθε όρεξη να πετάξω πάνω από τις στέγες.

Να 'φταιγε η λιακάδα? Φυσούσε κιόλας, όχι πολύ, ίσα να με φουσκώσει. Άπλωσα τα μπράτσα μου και γλίστρισα πάνω από τους ηλιακούς θερμοσίφωνες και τις κεραίες. Ένιωθα κάπως σαν μπαλόνι απ' αυτά με το ήλιον, λίγο ξεφούσκωτο όμως, δεν έφευγα ούτε πολύ ψηλά στα σύννεφα, ούτε κι έπεφτα κάτω.

Θυμάμαι όταν ήμουνα μικρή, έβλεπα τακτικά στον ύπνο μου πως πετούσα. Μάζευα τα πόδια μου, άπλωνα τα μπράτσα μου και υψωνόμουν στον ουρανό. Όμως το πράμα δεν ήταν τόσο εύκολο. Ανέβαινα αργά, βασανιστικά αργά, σαν μισοξεφούσκωτο μπαλόνι. Έπρεπε να προσπαθήσω να ελαφρύνω, κι έμοιαζε αδύνατον. Πλημμύριζα αγωνία και χτυποκάρδι. Κι ύστερα καθώς ανέβαινα, αργά, πολύ αργά, ο ουρανός πάνω μου ήταν γεμάτος χοντρά μαύρα καλώδια που διασταυρώνονταν, σε διάφορα ύψη και προς διάφορες κατευθύνσεις, κι έπρεπε να προσπαθώ να τα αποφύγω.

Σπάνια κατάφερνα να ξεφύγω απ' τα καλώδια και να πετάξω λίγο πιο ψηλά, όχι και στα σύννεφα, αλλά τέλος πάντων αρκετά πάνω απ' τις στέγες των σπιτιών. Και τότε ήταν όμορφα και συναρπαστικά, αλλά και πάλι υπήρχαν παγίδες: κάποια κτίρια ψηλότερα από άλλα που έπρεπε να έχω το νου μου να τ' αποφεύγω, είτε πετώντας πλάγια είτε ανεβαίνοντας ψηλότερα, πάντα με δυσκολία, πάντα αργά... Κι άμα ξεχνιόμουν και χαλάρωνα, έχανα ύψος, και τότε μπορούσε να βρεθώ στο έδαφος και να μην μπορέσω ξανά να σηκωθώ...

Έτσι και σήμερα, πέταξα λίγο, μα ήταν πιο πολύ σαν να πήδηξα από ψηλά και να γλίστρησα ανεμοπορώντας απαλά μέχρι το χώμα.

Ύστερα πήρα το καρότσι και πήγα λαϊκή, να πάρω ψάρια.

.

Κυριακή 8 Νοεμβρίου 2009

όλα τα είχε η μαριορή

Της έλειπε όμως ένα φωτογραφικό ημερολόγιο.

Στο καινούριο μου blog θα ανεβάζω φωτογραφίες με τη θέα από το παράθυρο της κουζίνας μου. Το πλαίσιο πάντα ίδιο, μόνο οι διαθέσεις αλλάζουν. Όπως και στη ζωή.

Πέμπτη 8 Οκτωβρίου 2009

καθήλωση

.

Είπαμε, τραβάω κόλλημα.

Κολλημένη στα παλιά.

.

Κυριακή 27 Σεπτεμβρίου 2009

παραπομπή

Σήμερα μου ήρθε να ποστάρω κάτι που ταίριαζε καλύτερα στο παλιό μου ημερολόγιο.
Θα το βρείτε εκεί.

Πέμπτη 17 Σεπτεμβρίου 2009

όσο μεγαλώνω, τόσο καταλαβαίνω...

...πως είμαι ίδια η μάνα μου.

Κυριακή 13 Σεπτεμβρίου 2009

safe sex

...το πούλμαν προχωρεί μέσα στη νύχτα, ακόλουθώντας ένα αλλόκοτο δίκτυο από σήραγγες. Η δίοδος διαρκώς στενεύει, ο οδηγός αμφιβάλλει για τη διαδρομή. Αναγκαζόμαστε να σταματήσουμε. Εγώ και άλλες δύο κατεβαίνουμε για να ερευνήσουμε μπροστά. Με πυρσούς στα χέρια εξερευνούμε τις σήραγγες μεθοδικά. Είναι χαμηλές, κυκλικές και διακλαδούμενες. Τα τοιχώματα θυμίζουν κιμωλία. Η πρώτη δεξιά είναι σχετικά σύντομη και επιστρέφει στο σημείο εκκίνησης. Η δεύτερη έχει δύο διακλαδώσεις τυφλές, δυο σκωληκοειδείς αποφύσεις. επιστρέφουμε άπρακτες. Η τρίτη είναι πιο περίπλοκη. Κάνουμε μεταβολή, αλλά δεν είμαστε πλέον σίγουρες για τον δρόμο της επιστροφής. Ο διάδρομος που βρισκόμαστε είναι πιο χαμηλός από τον προηγούμενο. Στρίβουμε σε μια διακλάδωση. Μας οδηγεί σε μια νέα διακλάδωση. Φωνάζουμε, μας απαντά ο αντίλαλος. Όσο προχωρούμε, τόσο περισσότερο βυθιζόμαστε σε ένα χαώδες πλέγμα διαδρόμων. Το στόμα μου στεγνώνει, ο σφυγμός μου επιταχύνεται...

...νιώθω ένα χάδι χαμηλά, κάτω από τη μέση. Το μυαλό μου κοιμάται ακόμη, το σώμα μόλις που αρχίζει να αναδεύεται. Γνώριμο άγγιγμα, ζεστασιά, ασφάλεια. Το χάδι απλώνεται, μαζεύεται, μετακινείται ανεπαίσθητα, εστιάζεται στη σχισμή ανάμεσα στα πόδια μου.

Βαθιά εκπνοή. Χαλάρωση. Διέγερση.

Ξέρει ακριβώς τι θέλω, πότε το θέλω, πώς το θέλω. Τόσο οικείο, τόσο ασφαλές. Λυγίζω ελαφρά τα γόνατά μου, καμπυλώνω την πλάτη μου. Νιώθω να λιώνω αργά, να μαλακώνω.

Ένα δεύτερο χάδι κυκλώνει την μέση μου, γλιστράει κάτω από το φανελάκι, αγκαλιάζει το στήθος μου. Τεντώνω το χέρι μου ψηλά, γυρίζω ελαφρά το σώμα μου. Να μην κρεμάει και πολύ το βυζί προς τα κάτω. Έχουμε και την κοκεταρία μας. Άλλωστε έτσι διευκολύνω την πρόσβαση.

Το χέρι μου ταξιδεύει προς τα κάτω μέσα στα σεντόνια, αναζητά αυτό που ξέρει ότι θα βρει, παίρνει την σκυτάλη. Ξέρει κι αυτό τι να κάνει, πώς να το κάνει, πότε να το κάνει. Τα βήματα του χορού είναι τόσο γνωστά ώστε μπορούμε να τα εκτελέσουμε με κλειστά μάτια.

Νιώθω το σώμα του να γλιστράει χαμηλά, τα χέρια του σφίγγουν τους γλουτούς μου, το στόμα του κολλάει στο επίκεντρο της διέγερσης, μια δίνη στροβιλίζεται και με παρασέρνει. Τον τραβάω πάνω μου, δαγκώνω τον ώμο του, λαχανιάζουμε με τον ίδιο ρυθμό.

Του ψιθυρίζω μηχανικά στο αυτί τα λόγια που ξέρω πως θέλει ν' ακούσει, πιάνω τα μαλλιά του και τραβάω το κεφάλι του στον λαιμό μου. Μια κομμένη ανάσα.

Σιγά-σιγά ο ρυθμός χαλαρώνει, ακούμε ξανά την ησυχία γύρω μας.

Ξημερώνει.

Έχω ακόμη κλειστά τα μάτια.

Δεν έχω παράπονο, είναι άψογος. Αν σβήσω εντελώς κάθε σκέψη απ' το μυαλό μου, το σώμα μου λειτουργεί μαζί του καλύτερα παρά με οποιονδήποτε άλλον. Η οικειότητα παίζει τον ρόλο της, αλλά οφείλω να ομολογήσω πως είναι καλός. Έχει μια κλίση στο άθλημα.

Επίσης φτιάχνει πολύ ωραίες κροκέτες.

.

Πέμπτη 3 Σεπτεμβρίου 2009

διακοπές

...τι μπορεί να κάνει κανείς με ένα σχοινί;...

...να κουνάει την αιώρα με το πόδι του.






Κυριακή 30 Αυγούστου 2009

σχοινοβασία

.

Πίσω μου, στείρες αναμνήσεις και σπαράγματα ονείρων.

Μπροστά μου, μια απέραντη αμμουδιά χωρίς ούτε μια χρωματιστή ομπρέλα.

Κάνω να κοιτάξω πίσω και μού 'ρχεται μια σουβλιά κάπου εκεί κάτω απ' τον αφαλό και λίγο αριστερά, τι είν' εκεί, η σπλήνα μήπως; Κοιτάζω μπροστά και νιώθω τέτοια ερημιά που κόβεται η ανάσα μου, δεν με φτάνει ο αέρας ν' αναπνεύσω. Όπου και να στραφώ μονάχα πόνος.

Μένω λοιπόν εδώ, στη μέση, στο παρόν.

Σχοινοβατώ πάνω από μιαν άβυσσο.

Αδειάζω το μυαλό μου.

Εστιάζω το βλέμμα μου στο σχοινί - ούτε μπρος, ούτε πίσω.

Ίσως καλύτερα να κλείσω τα μάτια.

Μοιάζει πιο εύκολο έτσι.

.

Σάββατο 22 Αυγούστου 2009

σκέψη για τη μοναξιά


Η μοναξιά δεν προέρχεται από τη μόνωση, αλλά από την αποξένωση.